📉 Σημαντική συρρίκνωση παρουσιάζει φέτος η καλλιέργεια ρυζιού στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς οι εκτάσεις εκτιμάται ότι θα περιοριστούν στα 220.000–240.000 στρέμματα, από περισσότερα από 300.000 την προηγούμενη χρονιά. Η πτώση υπολογίζεται μεταξύ 22% και 29%.
💰 Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος EU RICE, οι συνεταιρισμοί αποδίδουν την εξέλιξη κυρίως στο αυξημένο ενεργειακό κόστος και τις τιμές των εφοδίων, την πτώση της τιμής του ρυζιού και τις μεγάλες εισαγωγές από τρίτες χώρες.
⛽ Ενδεικτική είναι η επιβάρυνση στο κόστος παραγωγής. Όπως ανέφεραν εκπρόσωποι των παραγωγών, τα λιπάσματα από 400–600 ευρώ τον τόνο έχουν φτάσει στα 800–1.000 ευρώ, ενώ 100 λίτρα πετρελαίου κοστίζουν περίπου 220 ευρώ. Παράλληλα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν, το κόστος παραγωγής υπερέβη τα έσοδα από τις καλλιέργειες κατά περίπου 30%.
💶 Πίεση ασκούν και οι τιμές παραγωγού, καθώς, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Β΄ Συνεταιρισμού Χαλάστρας Βασίλειο Κουκουρίκη, η τιμή υποχώρησε από τα 32 στα 25 λεπτά το κιλό.
🌍 Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές ρυζιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση έφτασαν τους 1,7 εκατ. τόνους την τελευταία εμπορική περίοδο, με περίπου το 60% να εισέρχεται χωρίς δασμούς. Καμπότζη και Μιανμάρ εξήγαγαν συνολικά 550.000 τόνους στην ευρωπαϊκή αγορά με πλήρη δασμολογική απαλλαγή.
🇬🇷 Η ελληνική παραγωγή υπολογίζεται περίπου στους 150.000 τόνους, ενώ η εγχώρια κατανάλωση φτάνει τους 50.000 τόνους. Αυτό σημαίνει ότι σημαντικό μέρος της παραγωγής κατευθύνεται στις αγορές του εξωτερικού.
🏭 Παρά τις δυσκολίες, οι συνεταιρισμοί συνεχίζουν τις επενδύσεις. Ο Α΄ Αγροτικός Συνεταιρισμός Ορυζοπαραγωγών Χαλάστρας έχει επενδύσει περίπου 5 εκατ. ευρώ την τελευταία επταετία, ενώ ο Β΄ Συνεταιρισμός Χαλάστρας πραγματοποίησε επένδυση 6,5 εκατ. ευρώ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης για νέο αποθηκευτικό χώρο.
🌱 Παράλληλα, μέσω του EU RICE αναδεικνύεται και η περιβαλλοντική σημασία της καλλιέργειας. Οι ορυζώνες στο Δέλτα Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα, που βρίσκονται σε περιοχή Natura 2000, λειτουργούν ως εποχικοί υγρότοποι, ενώ προωθούνται πρακτικές για εξοικονόμηση νερού και περιορισμό των χημικών εισροών.
