Χριστός Ανέστη!
1. Όσιος Θεόδωρος ο Τριχινάς
Ο Όσιος Θεόδωρος καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και γεννήθηκε από πλούσιους και ευσεβείς γονείς. Από νεαρή ηλικία ακολούθησε το μοναχικό βίο γενόμενος μοναχός στη μονή που γι’ αυτόν καλείτο μονή του Τριχινά. Αφιέρωσε όλη του τη ζωή στη διακονία των φτωχών και των άρρωστων. Ονομάστηκε Τριχινάς, διότι είχε τρίχινα φορέματα. Η ζωή του ήταν λιτή και με πολλή εγκράτεια, προκειμένου να δίνει όσο γινόταν περισσότερα αγαθά στους πάσχοντες. Τη νύχτα ο Θεόδωρος πάντα έβρισκε χρόνο για προσευχή και μελέτη. Ζούσε μέσα σε μια κοινωνία στερημένων ανθρώπων, που οι ανάγκες τους ήταν μεγάλες. Γι’ αυτό παρακινούσε πολλούς πλουσίους να διαθέτουν όσα αγαθά μπορούσαν. Πολλοί άπ’ αυτούς του έδιναν αρκετά χρήματα και είδη πρώτης ανάγκης, τα όποια ο Θεόδωρος διέθετε με πολλή διάκριση. Πρώτα σ’ εκείνους που είχαν περισσότερη ανάγκη, όπως ορφανά, φτωχές χήρες και άρρωστους οικογενειάρχες. Ευεργετούσε μέχρι και την τελευταία ήμερα της ζωής του. Ο Όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε με ειρήνη και έλαβε τη Χάρη από τον Θεό, ο τάφος του να αναβλύζει μύρο που ευωδίαζε. Έτσι, όσοι προσέτρεχαν εκεί με πίστη και ευλάβεια, λάμβαναν την υγεία της ψυχής και του σώματος.
2. Άγιος Ζακχαίος ο Απόστολος
Η Ιστορία του Ζακχαίου βρίσκεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο κεφ. 19, 1-10. Είναι ο γνωστός αρχιτελώνης της Ιεριχούς, που ανέβηκε στη συκομουριά (επειδή δεν τον ευνοούσε το ύψος του) για να δει τον διερχόμενο Ιησού. Ο Κύριος θαύμασε την πίστη του, διέταξε να κατεβεί από το δένδρο και να μεταβούν μαζί στο σπίτι του, αφού συγχώρησε όλα τα αμαρτήματα που είχε διαπράξει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Λέγεται, ότι μετά την Ανάληψη του Κυρίου, ο Ζακχαίος ακολούθησε τον Απόστολο Πέτρο, από τον όποιο και χειροτονήθηκε αργότερα Επίσκοπος Καισαρείας.
3. Όσιος Αθανάσιος κτήτωρ Μονής Μετεώρου
Ο Όσιος Αθανάσιος, κατά κόσμον Ανδρόνικος, γεννήθηκε στη Νέα Πάτρα, τη σημερινή Υπάτη, κοντά στο όρος Μολύβιον, το 1305 μ.Χ. (ή σύμφωνα με άλλες πηγές το 1303 μ.Χ.) από γονείς επιφανείς και πλούσιους. Μικρός έμεινε ορφανός από πατέρα και παραδόθηκε στην επιμέλεια του θείου του. Αλλά όταν κατέλαβαν την πατρίδα του οι Φράγκοι το 1319 μ.Χ., αναχώρησε στη Θεσσαλονίκη και από ‘κει στο Άγιο Όρος. Στην μεγάλη μοναχική μητρόπολη όμως, τηρούσαν μια ευλαβή συνήθεια, και δεν δέχονταν αγένειους νέους, προς αποφυγήν του σκανδαλισμού των πατέρων και βέβαια για την πλήρη ωρίμανσή των. Με απογοήτευση τότε αναχώρησε ο Αθανάσιος και περιπλανήθηκε σε πολλά μέρη. Πήγε και στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον περίφημο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, κι αργότερα μετέβηκε στην Κρήτη, κι όταν απέκτησε ηλικία, στα 30 του χρόνια, ξαναγύρισε για να μείνει στο Όρος. Διέμεινε σε μια περιοχή που ανήκει στην Μονή Ιβήρων. Από εκεί, τον κάλεσαν οι πατέρες Γρηγόριος ο Πολίτης και Μωυσής, και του μετέδωσαν το μοναχικό και αγγελικό σχήμα. Την εποχή εκείνη έκαμαν πολλές επιδρομές στο Άγιον Όρος οι Τούρκοι. Πολλοί μοναχοί αισθάνθηκαν ανασφάλεια και κατέφυγαν στα ενδότερα της ηπειρωτικής χώρας για προστασία. Το ίδιο συνέβη την ίδια περίπου εποχή με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Ανάμεσα στους μοναχούς που αποφάσισαν να αυτοεξοριστούν υπήρξαν κι ο Γρηγόριος ο Πολίτης με μαθητές του τον Άγιο Αθανάσιο και τον Γαβριήλ. Έτσι η σεπτή αυτή τριάδα με ιδιάζουσα πνευματικότητα κατευθύνθηκαν δυτικά, πέρασαν την Θεσσαλονίκη και την Βέροια κι ανέβηκαν ευλαβικά για προσκύνημα στη Σκήτη. Το ακριβές μέρος της παραμονής τους δεν είναι γνωστό. Σκήτη Βεροίας ονομάζεται όλη η κοιλάδα του Αλιάκμονα, η οποία αριθμούσε πολλές μονές. Καταχρηστικώς βεβαίως αναφέρεται ως τόπος διαμονής η Μονή του Προδρόμου, η οποία εκείνη την εποχή ίσως να μην υφίστατο ακόμη.
Κατά την μαρτυρία του Γέροντα του Αγίου, του Γρηγορίου του Πολίτου, ο Αγιος Αθανάσιος λάτρευε την ησυχία κι αποστρέφονταν την ταραχή της πόλεως. Έτσι αν και πάρα πολλοί τους κατέτρεχαν για να τους κρατήσουν στην διακονία της πόλης, αυτοί έψαχναν μέρη να ησυχάσουν. Στη Σκήτη έφθασαν το 1340, τέσσερα-πέντε χρόνια μετά την αναχώρηση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Η παράδοση μας διασώζει πως εδώ, διέτριψαν τρία χρόνια. Αλλά η καρδιά του Αγίου Αθανασίου ετρώθη και εστερεώθη ακραιφνώς πλέον στην αναζήτηση της ησυχίας. Όχι της απλής ησυχίας, αλλά της απόλυτης μόνωσης και ανύψωσης στους πνευματικούς ουρανούς. Για τον λόγο αυτό σκίρτησε η καρδιά του Αγίου όταν άκουσε από τα χείλη του Επισκόπου Σερβίων Ιακώβου πως νοτιότερα υπήρχαν βράχια πανύψηλα που ούτε αετοί δεν φώλιαζαν. Εκεί είχε δει ασκητές να μην μιλούν σε κανένα και να κρύβονται όσο πιο απόμερα γίνεται. Σχεδόν αμέσως ο Άγιος έβαλε μετάνοια στους αδελφούς, άφησε τη Σκήτη Βεροίας και κατέφυγε στους Σταγούς (Καλαμπάκα). Εκεί επάνω στα πανύψηλα βράχια και συγκεκριμένα επάνω σε μια πέτρα την λεγόμενη Στύλο, κατοίκησε με δύο μαθητές του και έκτισε ναό. Την πέτρα εκείνη ονόμασε Μετέωρο. Επειδή όμως οι προσερχόμενοι για άσκηση πολλαπλασιάσθηκαν, ίδρυσε κοινόβιο με Ναό στο όνομα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα Χριστού. Εκεί λοιπόν πέρασε ασκητικά τα χρόνια του, και αφού έζησε 78 ετών, απεβίωσε ειρηνικά το 1383 μ.Χ. (κατά άλλους το 1373 μ.Χ.).
4. Άγιοι Βίκτωρ, Ζωτικός, Ακίνδυνος, Καισάριος, Σεβηριανός, Χριστόφορος, Ζήνων, Θεωνάς και Αντωνίνος
5. Όσιος Ιωάννης ο Παλαιολαυρίτης
6. Άγιος Αναστάσιος Ιερομάρτυρας, επίσκοπος Αντιοχείας
7. Όσιος Ιωάσαφ ο Μετεωρίτης
Δεύτερος κτήτορας της μονής του Μεγάλου Μετεώρου και διάδοχος του Οσίου Αθανασίου υπήρξε ο «Ἰωάννης Οὔρεσης Παλαιολόγος, ὁ διὰ τοῦ θείου καὶ ἀγγελικοῦ σχήματος ἐπικληθεῖς Ἰωάσαφ μοναχός». Δυστυχώς δεν ευρέθηκε βιογραφία του Αγίου Ιωάσαφ του Μετεωρίτου και όλες οι πληροφορίες που έχουμε γι αυτόν τις αντλούμε από την βιογραφία του Οσίου Αθανασίου και από διάφορα επίσημα έγγραφα.
Ο Ιωάννης – Ιωάσαφ ο Μετεωρίτης ήταν υιός του Ελληνο-σέρβου βασιλέως Ηπείρου και Μεγάλης Βλαχίας, δηλαδή Θεσσαλίας, με έδρα τα Τρίκαλα, Συμεών Ούρεση Παλαιολόγου (1359 – 1370 μ.Χ.). Η μητέρα του, Θωμαΐς, ήταν θυγατέρα του Δεσπότου της Ηπείρου Ιωάννου Β’ Ορσίνη (1323 – 1335 μ.Χ.) και αδελφή του μετέπειτα δεσπότου της Ηπείρου Νικηφόρου Β’ Ορσίνη. Ο Ιωάννης γεννήθηκε κατά το 1349 – 1350 μ.Χ. Από την μητέρα του συγγένευε με τη βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων, εκ των οποίων διατήρησε και το επώνυμο. Η γιαγιά του, η Μαρία Παλαιολογίνα, δισέγγονη του βυζαντινού αυτοκράτορος Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259 – 1282 μ.Χ.) από τον πατέρα της Ιωάννη Παλαιολόγο, και εγγονή από την μητέρα της Ειρήνη, του υψηλού αξιωματούχου Θεόδωρου Μετοχίτη, κτίτορος της περιώνυμης μονής της Χώρας της Κωνσταντινουπόλεως, είχε νυμφευθεί τον παππού του Ιωάννου – Ιωάσαφ, το Σέρβο βασιλέα Στέφανο Γ’ Ούρεση (1321 – 1331 μ.Χ.). Το 1359 – 1360 μ.Χ. ο Ιωάννης Παλαιολόγος αναγορεύθηκε στην Καστοριά συναυτοκράτορας του πατέρα του, σε ηλικία μόλις 10 ετών. Περί το 1370 μ.Χ. πέθανε ο πατέρας του, ο Συμεών Ούρεσης, και ο Ιωάννης τον διαδέχθηκε στην εξουσία. Δεν κυβέρνησε όμως για πολύ. Σύντομα εγκατέλειψε τα ανώτατα κοσμικά αξιώματα, ανταλλάσσοντας την βασιλική πορφύρα με τον τρίχινο σάκκο του μοναχού. Αρνήθηκε το βασιλικό στέμμα για την αγάπη του ακανθοστεφανωμένου Βασιλέως Χριστού, παραδίδοντας τη διοίκηση της Θεσσαλίας στον Καίσαρα Αλέξιο Αγγελο Φιλανθρωπηνό. Έτσι λοιπόν, το Νοέμβριο του 1372 μ.Χ. και πριν από τον Ιούνιο του 1373 μ.Χ., ο Ιωάννης Ούρεσης ο Παλαιολόγος, σε ηλικία περίπου είκοσι δύο ετών, κατέφυγε στη μονή Μεταμορφώσεως του Μετεώρου, όπου δέχθηκε το μοναχικό σχήμα και μετονομάσθηκε Ιωάσαφ, συνασκούμενος δίπλα στον Όσιο Αθανάσιο τον Μετεωρίτη. Ο Όσιος Αθανάσιος λίγο πριν από την κοίμησή του, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο βίο του, εκτιμώντας την προσωπικότητα του Οσίου Ιωάσαφ, και έχοντας σύμφωνους τους υπόλοιπους, του παρεχώρησε κάθε εξουσία και δικαιοδοσία καθιστώντας τον διάδοχό του. Μετά από μικρό χρονικό διάστημα ο Όσιος Ιωάσαφ για άγνωστους λόγους εγκατέλειψε το μοναστήρι μεταναστεύοντας στην Θεσσαλονίκη. Το γεγονός αυτό πρέπει να συνέβη περί το 1379 – 1380 μ.Χ. Λίγο μετά την κοίμηση του Οσίου Αθανασίου ξαναγύρισε στη μονή του Μετεώρου, όπου ανέλαβε τα καθήκοντα ως διάδοχός του, σύμφωνα με την επιθυμία του Οσίου πνευματικού του πατέρα, ο οποίος στις τελευταίες του παραγγελίες και υποθήκες προς τους αδελφούς της μονής συμπλήρωσε για τον Όσιο Ιωάσαφ, που τότε απουσίαζε: «Ἐπειδὴ διὰ τὴν ἡμετέραν ἁμαρτίαν ἐξῆλθε τοῦ κελλίου ὁ κύρις Ἰωάσαφ καὶ οὐκ ἐνέμεινε μεθ’ ἠμῶν καθὰ συνέταξεν, ὅμως, ὅταν ἐπιστρέψη ἐνταύθα καὶ στέρξη τὰ συνταγέντα, ἶνα πολιτεύηται κατὰ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ τυπικοῦ τοῦ κελλιοῦ, ἂς εἶναι, ἐλπίζω γὰρ ὅτι ἐπιστρέψει πάλιν, καὶ ἂς ἄρχῃ γοῦν καὶ ἀποδότε αὐτῶ πάντες οἱ εὑρισκόμενοι πᾶσαν ὑποταγὴν καὶ εὐπείθειαν». Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1384 μ.Χ. και στις αρχές Ιανουρίου του 1385 μ.Χ. ο Όσιος Ιωάσαφ για οικογενειακούς λόγους πήγε στα Ιωάννινα. Μετά τη δολοφονία του Θωμά Πρελιούμποβιτς (23 Δεκεμβρίου 1384 μ.Χ.), του δεσπότου της πόλεως αυτής, οι υπήκοοι του δεσποτάτου ανακήρυξαν κυβερνήτρια της δεσποτείας της Ηπείρου τη σύζυγο του και αδελφή του Ιωάσαφ, Μαρία Αγγελίνα. Έτσι, κατόπιν προσκλήσεως ο Όσιος Ιωάσαφ μετέβη στα Ιωάννινα προκειμένου να στηρίξει την αδελφή του στην διακυβέρνηση του κράτους. Με βάση τις πληροφορίες που μας παρέχει η βιογραφία του Οσίου Αθανασίου, επεξέτεινε σε μήκος και σε ύψος και ανοικοδόμησε λαμπρότερο τον αρχικό ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που είχε ανεγείρει ο Όσιος Αθανάσιος. Στα τέλη του 1393 μ.Χ., αρχές του 1394 μ.Χ. έγινε η εισβολή των Τούρκων στη Θεσσαλία και η κατάληψή της από τον Σουλτάνο Βαγιαζίτ Α’. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος ο Όσιος Ιωάσαφ μαζί με τον ιερομόναχο Σεραπίωνα και τους μοναχούς Φιλόθεο και Γεράσιμο κατέφυγαν στο Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκαν στη μονή Βατοπαιδίου. Εκεί, σύμφωνα με επίσημο έγγραφο της μονής του Μεγάλου Μετεώρου, στις 17 Οκτωβρίου 1394 μ.Χ., συγκρότησε αδελφότητες και του παραχωρήθηκαν δύο κελλιά, ενώ του δόθηκε μάλιστα ως αντάλλαγμα και ένας χρυσός σταυρός. Ο Όσιος Ιωάσαφ εκοιμήθηκε με ειρήνη κατά το 1423 μ.Χ.
8. Άγιος Γαβριήλ ο Μάρτυρας
9. Όσιος Αλέξανδρος εκ Ρωσίας
10. Άγιος Θεότιμος Επίσκοπος Ρουμανίας
11. Μετακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου Νικολάου Επισκόπου Αχρίδος και Ζίτσης
12. Σύναξη της Παναγίας της Παραβουνιώτισσας στην Ερέτρια
Η Ιερά Εικόνα της Παναγίας Παραβουνιώτισσας είναι μία από τις παλαιότερες εικόνες που έχουν διασωθεί στο διάβα των αιώνων. Εικάζεται ότι αγιογραφήθηκε τον 7ο αιώνα μ.Χ. στην εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, επί Βασιλέως Ηρακλείου, μετά από μία νίκη του κατά των Περσών. Αγιογράφοι της Εικόνας ήταν 2 ασκητές μοναχοί από την Κύπρο, ο Σιλβέστρος και Ησαΐας. Οι μοναχοί αυτοί μαζί με άλλους χριστιανούς εγκαταστάθηκαν στην Προικόνησο ή αλλιώς στη νήσο Μαρμαρά, όταν ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά από τη νίκη του κατά των Περσών, αποφάσισε να μεταφέρει χριστιανούς από την Κύπρο, για να κατοικήσουν στην Προικόνησο. Οι μοναχοί Σιλβέστρος και Ησαΐας επέλεξαν να μείνουν στο βουνό, που ως σήμερα ονομάζεται ΠΑΝΑΓΙΑ, εξαιτίας της ησυχαστικής τους ζωής. Εκεί ανήγειραν παρεκκλήσι στο όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου, και επειδή ακριβώς βρισκόταν ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ έδωσαν την επωνυμία στην Παναγία, «ΠΑΡΑΒΟΥΝΙΩΤΙΣΣΑ». Έχτισαν λοιπόν το παρεκκλήσι της Παναγίας Παραβουνιώτισσας. Το 1054 μ.Χ. με το χωρισμό των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης προξενήθηκαν πολλά δεινά. Οι Φράγκοι με τις Σταυροφορίες κατέκτησαν ακόμα και την Κωνσταντινούπολη (1204 μ.Χ.), τρομοκρατώντας, καίγοντας ναούς, σχολές και βιβλιοθήκες. Από τη μανία τους δεν ξέφυγε ούτε το παρεκκλήσι της Παναγίας Παραβουνιώτισσας, το οποίο πυρπόλησαν.
Για πολλούς αιώνες τα ερείπια του παρεκκλησίου δεν είχαν ανακαλυφθεί. Τον 16ο αιώνα μ.Χ. οικογένειες από το νησί δημιούργησαν μία κοινότητα στην πεδιάδα του βουνού, επειδή η τοποθεσία, τα ρυάκια που διαπερνούσαν την πεδιάδα και το κλίμα ήταν ιδανικά για την καλλιέργεια αμπελοκήπων. Έχτισαν εκεί και μια Εκκλησία, προς τιμή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, πενιχρή όμως εξαιτίας του τουρκικού φόβου. Το χωριό που δημιουργήθηκε το ονόμασαν Γαλλιμή, ίσως επειδή τον 2ο αιώνα π.Χ. η πεδιάδα αυτή ήταν καλυμμένη από θάλασσα σχηματίζοντας γαλήνιο – λιμάνι. Αφού πέρασε ένας αιώνας και πλέον, κάποιοι ποιμένες που έβοσκαν τα πρόβατά τους θέλοντας να φτιάξουν ένα μαντρί, έσκαψαν εν αγνοία τους στα ερείπια του παρεκκλησίου που προαναφέρθηκε. Όταν όμως διαπίστωσαν την ιερότητα του χώρου εγκατέλειψαν το έργο τους και έσπευσαν να αναγγείλουν το γεγονός στον εφημέριο του χωριού. Εκείνος αμέσως πήγε μαζί με τους ποιμένες και φιλόχριστους Γαλλιμίτες κι αφού έκαναν ανασκαφές, βρήκαν το δάπεδο του καέντος ναού και δύο κατεστραμμένα μανουάλια, ανάγλυφα από μάρμαρο. Έπειτα με πολλή συγκίνηση ανέσυραν την Ιερά Εικόνα της Θεομήτορος, από ξύλο ασήπου, που μόλις διακρινόταν η μορφή Της, γιατί είχε φθαρεί από την πολύχρονη διαμονή κάτω από τη γη και την υγρασία. Με φόβο Θεού και ευλάβεια λιτάνευσαν την Αγία Εικόνα έως τη Γαλλιμή και την τοποθέτησαν σαν πολύτιμο θησαυρό και στολίδι στο αριστερό κλίτος του Ιερού Βήματος του Ναού του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Με δαπάνη της πλούσιας οικογένειας Χατζή Δροσίνου ανακαινίστηκε η Ιερά Εικόνα από κάποιον αγιογράφο, Δημήτριο Κουτάλεως. Επειδή η ανεύρεση της εικόνας έγινε Δευτέρα του Θωμά, καθιερώθηκε να εορτάζεται πανηγυρικά αυτή την ημέρα κάθε χρόνο έως σήμερα. Μετά την ανταλλαγή του πληθυσμού από τη Μ. Ασία, οι πρόσφυγες που ήρθαν στην Ερέτρια προτίμησαν να μεταφέρουν από τον τόπο τους μέσα σε δύο μεγάλα καΐκια, αντί περιουσίας την Αγία Εικόνα της Παναγίας, όπως και άλλες 410 εικόνες, γιατί πίστευαν περισσότερο στα θαύματα που ανέβλυζαν από τη Χάρη των Αγίων, παρά στο μαμωνά, το χρυσό και τον άργυρο. Οι ξενιτεμένοι Γαλλιμίτες, με δάκρυα στα μάτια, πριν βρουν κρεβάτι να ξαποστάσουν την πρώτη τους νύχτα στην Ερέτρια, λιτάνευσαν τις Ιερές Εικόνες με ιερέα τον Παπά – Στρατή έως τον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου. Μία ιερή μυσταγωγία με θυσιαστήριο τις καρδιές των προσφύγων εκτυλισσόταν μέσα στο ναό που η ψαλμωδία, το κλάμα και ο πόνος έκαναν τις εικόνες να τρίζουν, τα καντήλια να κινούνται, όπως μαρτυρούν μέχρι σήμερα πολλοί πρόσφυγες, σαν ένα σημάδι συμπαράστασης, ευλογίας και Θείας παρηγοριάς. Οι μισές εικόνες και οι μισοί πρόσφυγες μετακόμισαν στην Αμμουλιανή της Θεσσαλονίκης. Η Ιερά Εικόνα της Παναγίας Παραβουνιώτισσας έμεινε στην Ερέτρια για να συντροφεύει τους πρόσφυγες και τους απογόνους τους. Προς τιμή της Θαυματουργού Εικόνος δημιουργήθηκε νέα Ενορία στην Ερέτρια (31 Μαρτίου 1999 μ.Χ.) με Προεδρικό Διάταγμα και το 2002 μ.Χ. χτίστηκε ένας μικρός αλλά χαριτωμένος ναός, ο Ιερός Ναός της Παναγίας Παραβουνιώτισσας, όπου στεγάζεται η Ιερά Εικόνα. Στις 12 Απριλίου 2010 μ.Χ., Δευτέρα του Θωμά, που γιορτάζει η Παναγία Παραβουνιώτισσα, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος έβαλε το θεμέλιο λίθο για την ανέγερση ενός νέου, μεγάλου Ναού, αντάξιου της τιμής που οφείλουμε στην Παναγία μας. Περιγραφή της Ιεράς Εικόνος: Στην Ιερά Εικόνα παριστάνεται η Παναγία, να κρατά το Χριστό αριστερά Της με τα δυο Της χέρια. Ο Χριστός εικονίζεται με σώμα τετράχρονου παιδιού, αλλά με πρόσωπο δωδεκάχρονου, ίσως για να τονιστεί η σοφία Του. Με το δεξί Του χέρι ο Χριστός ευλογεί κοιτάζοντας ευθεία μπροστά. Το πρόσωπο της Παναγίας είναι γλυκύ, αλλά και σοβαρό έως αυστηρό· η μύτη λεπτή και μακρουλή δείχνοντας μία πραότητα και ηρεμία, το στόμα κλειστό και μικρό συμβολίζοντας τη νηστεία που έκανε, αλλά και το ολιγόλογο. Το φόρεμα καλύπτει όλο το σώμα σαν βασιλικός μανδύας, το ίδιο και του Χριστού. Κάθεται επάνω σε μεγαλοπρεπή θρόνο σ’ένα πανέμορφο μαξιλάρι. Αριστερά και δεξιά Της παραστέκονται 2 Άγγελοι σε στάση δεήσεως, με καλυμμένα εντελώς τα χέρια με το ένδυμά τους, ως ένδειξη σεβασμού και δέους. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας λέγει: «Μπαίνω στο ιατρείο των ψυχών, στην Εκκλησία, πνιγμένος από λογισμούς σαν να είμαι μέσα σε αγκάθια. Η ομορφιά των εικόνων όμως με έλκει και άθελά μου ο νους μου πηγαίνει στην υπομονή που έδειξε η Παναγία στη ζωή, αλλά και με τι δόξα στεφανώθηκε· μέσω της εικόνας κατανύγομαι, δοξολογώ το Θεό, κερδίζω τη σωτηρία μου».
13. Σύναξη της Παναγίας Βοηθείας στην Χίο
Μόλις 3 χλμ. από την πόλη της Χίου, χτισμένο στο λόφο της περιοχής Φραγκομαχαλάς, με θέα όλη τη χώρα του νησιού βρίσκεται, το με πολλούς κόπους, ιδρώτα και λαχτάρα του αειμνήστου γέροντα Αγίου Ανθίμου Βαγιάνου (15 Φεβρουαρίου) για την αποπεράτωση του (1930 μ.Χ.), μοναστήρι της Παναγίας Βοήθειας. Κατά την περιήγηση στον προαύλιο χώρο, νοιώθει κανείς τον χρόνο να σταματάει. Ένα φαινόμενο που είναι αισθητό σε κάθε επισκέπτη. Στο εσωτερικό του Ιερού ναού βρίσκετε η Κάρα του Οσίου. Πολλοί επισκέπτες κατά την είσοδό τους στο ναό, γίνονται μάρτυρες παράξενης ευωδίας, η οποία προέρχεται από το ιερό λείψανο του Αγίου.
14. Σύναξη της Παναγίας Βοηθείας στην Πάτρα
Το 1988 μ.Χ. αποπερατώθηκε η ανοικοδόμηση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου των Πατρών, το οποίο πλέον αποτελεί το σημείο αναφοράς ολόκληρης της νοτιοδυτικής Ελλάδος και όχι μόνο. Αμέσως προέκυψε η ανάγκη ανέγερσης ενός Ιερού Ναού για την επιτέλεση των λατρευτικών ακολουθιών της Εκκλησίας μας καθώς και τη μετοχή στα Ιερά μυστήρια του προσωπικού και των ασθενών. Ο Ιερός ναός είναι το κέντρο της ζωής όλων των Χριστιανών. Είναι σαν την στοργική Μητέρα η οποία αγκαλιάζει τα παιδιά της, τα περιθάλπει και τα ενισχύει, παρέχοντας πλούσια της σωστική χάρη Της. Αυτή τη μεγάλη αλήθεια αντιλήφθηκε έγκαιρα μια εκλεκτή και ευσεβής κυρία των Πατρών, και επωμίστηκε όλο το βάρος των εξόδων για την ανέγερση ενός Ιερού Ναού – κόσμημα, του Νοσοκομείου του Ρίου. Η αξιότιμη κύρια Σταυρούλα Τούλα, οραματίστηκε και πραγματοποίησε ένα θαυμαστό έργο. Οι πολύτιμοι και αφανείς συνεργάτες της, βοήθησαν τα μέγιστα στην επίτευξη του ιερού αυτού σκοπού. Τα εγκαίνια του Ιερού Ναού τελέστηκαν στις 10 Ιουνίου 1992 μ.Χ. από τον Μητροπολίτη πρώην Πατρών, κ. Νικόδημο. Από τότε, ο Ιερός αυτός Ναός, έγινε κατοικητήριο και θρόνος της Βασίλισσας των ουρανών, της Κυρίας των αγγέλων και της Μητέρας του Θεού και των ανθρώπων. Η «Παναγία η Βοήθεια» αποτελεί πλέον το Ιερό καύχημα όχι μόνο του νοσοκομείου αλλά και όλης της περιοχής των Πατρών. Εντός του Ιερού Ναού βρίσκεται η εντυπωσιακή εικόνα της Παναγίας, πιστό αντίγραφο της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Βοηθείας που βρίσκεται στο ομώνυμο Μοναστήρι της Χίου και αγιογραφήθηκε από την σεμνή και ασκητική καθηγουμένη Βρυαίνη, μοναχή. Η Παρουσία Της, δίπλα στους ασθενείς και τους εργαζομένους είναι ζωντανή, έντονη και συγκινητική. Είναι η Προστάτις και βοηθός όλου του Ιατρικού, νοσηλευτικού και υπόλοιπου προσωπικού του νοσηλευτικού Ιδρύματος. Σκεπάζει με την μητρική αγκαλιά Της όσους προστρέχουν στη χάρη Της. Εορτάζει πανηγυρικά τη Δευτέρα του Θωμά με κάθε Εκκλησιαστική λαμπρότητα με τη συμμετοχή όλων των παντοιοτρόπως εργαζομένων στο Νοσοκομείο. Δίπλα Της βρίσκεται ο όσιος Άνθιμος της Χίου, ο οποίος ήταν και ο ιδρυτής της πιο πάνω Ιεράς Μονής. Η απέραντη αγάπη και ευλάβεια προς τη Μητέρα του Θεού εκδηλωνόταν με την θυσιαστική προσφορά Του προς τον ασθενή συνάνθρωπο με αποκορύφωμα όλων τη διακονία Του στο Λεπροκομείο της Χίου, χωρίς να υπολογίζει κίνδυνους, κόπους και δαιμονικές αντιξοότητες και πειρασμούς.
15. Σύναξη της Παναγίας Χρυσαφίτισσας στην Μονεμβασία
Νοτιοανατολικώς του Ιερού Ναού του «Ἐλκομένου Χριστοῦ», εν Μονεμβασία, ευρίσκεται ο Ιερός Ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο επιλεγόμενος Ναός της Παναγίας της Χρυσαφιτίσσης. Ο Ναός ούτος είναι κτίσμα τού 17ου αιώνος μ.Χ., εκτισμένος επί θέσεως άλλου παλαιοτέρου Ναού, της Παναγίας της Οδηγητρίας, όστις υπήρχε πρό του 1150 μ.Χ. υπό την έννοιαν παλαιάς Μονής. Εις τον ως άνω Ιερόν Ναόν είναι τεθησαυρισμένη η Αγία και Ιερά Εικών της Παναγίας Χρυσαφιτίσσης, η οποία, ως διέσωσε μέχρι σήμερον η λαϊκή παράδοσις, ευρίσκετο αρχικώς εις το χωρίον Χρύσαφα, εξ ου και Χρυσαφίτισσα, της επαρχίας Λακεδαίμονος, εις Ναόν τιμώμενον επ ονόματι αυτής. Κατά θαυμαστόν τρόπον η πάνσεπτος Εικών της Χρυσαφιτίσσης ευρέθη εις Μονεμβασίαν, εις τον μέχρι σήμερα τόπον ένθα αναβλύζει θαυματουργικώς από τότε πόσιμον ύδωρ, το οποίο καλείται έκτοτε «αγίασμα Χρυσαφιτίσσης», και θεραπεύει ποικίλας νόσους, συντελεί δε εις απόκτησιν τέκνων και δη αρρένων. Η ως ο λόγος παράδοσις σχετίζεται προς παλαιάν τοιαύτην του 10ου αιώνος μ.Χ. και ομοιάζει προς την παράδοσιν περί της Παναγίας της Οδηγητρίας της Μονεμβασίας. Η σεπτή Εικών της Χρυσαφιτίσσης φαίνεται να είναι έργον του 15ου – 16ου αιώνος μ.Χ., σχήματος μικρού, εξαιρετικής Βυζαντινής τέχνης. Κατά την λαϊκήν παράδοσιν, ελθόντες έμποροι εκ του χωρίου Χρύσαφα εις την πόλιν της Μονεμβασίας μαζί με άλλους προσκυνητάς κατά την πανήγυριν της Παναγίας και εισελθόντες εις τόν Ναόν της Χρυσαφιτίσσης εν Μονεμβασία δια να προσκυνήσουν και να προσφέρουν τα «τάματά των», ανεγνώρισαν την Εικόνα των, την Χρυσαφίτισσαν και εφώναζον: «Οι Μονεμβασίται μας έκλεψαν την Εικόνα μας, την Χρυσαφίτισσά μας», ηξίωσαν δε να γίνη δίκη περί του πράγματος τούτου και ο δικαστής τοις απέδωκε την εικόνα, την οποίαν παραλαβόντες οι Χρυσαφίται μετά τιμών και δόξης μετέφερον εις Χρύσαφα εις τον Ναόν της. Η ιερά Εικών παρέμεινεν εις τον θρόνον της εν τω Ναώ της εις Χρύσαφα και όταν οι κάτοικοι ετελείωσαν τας δεήσεις και έκλεισαν τον Ναόν, την νύκτα η σεπτή Εικών έφυγε και ήλθεν εις Μονεμβασίαν, ένθα παρέμεινεν έκτοτε εις τον εν αυτή Ιερόν Ναόν της, ποιούσα θαύματα τοις πιστώς προσερχομένοις.
