Εὐτυχοῦς ἱερομάρτυρος (β΄ αἰ.). Κοσμᾶ τοῦ νέου ἱερομάρτυρος τοῦ Αἰτωλοῦ (†1779)· μετάθεσις τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγ. Διονυσίου Αἰγίνης (1717).
1. Άγιος Ευτυχής Ιερομάρτυρας μαθητής του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, θέλοντας να δείξει τον άνθρωπο που έχει αληθινά πνεύμα Θεού, είπε: «Παν πνεύμα ό ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί έληλυθότα, εκ του Θεού εστί» (Α’ επιστολή Ιωάννου 4, 2). Δηλαδή, κάθε άνθρωπος που παρουσιάζεται με χάρισμα Πνεύματος, αν ομολογεί όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα ότι ο Ιησούς Χριστός πράγματι σαρκώθηκε και έζησε σαν άνθρωπος φέροντας την ανθρώπινη φύση, αυτός ο άνθρωπος είναι από το Θεό. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο Άγιος Ευτυχής. Σαν γνήσιος μαθητής του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, απέδειξε περίτρανα στη ζωή του ότι είναι πραγματικά άνθρωπος του Θεού. Κήρυξε με ανδρεία το Ευαγγέλιο, γκρέμισε πολλούς ναούς ειδώλων, υπέμεινε δαρμούς και κακοπάθησε πολλά χρόνια δέσμιος μέσα στη φυλακή. Κατόπιν τον έριξαν στη φωτιά και μετά στα πεινασμένα θηρία. Επειδή, όμως, ένα από τα θηρία μίλησε με ανθρώπινη φωνή, αλλά και επειδή στη συνέχεια έμεινε αβλαβής από τα υπόλοιπα μαρτύρια, όλοι εξεπλάγησαν. Εξαιτίας, λοιπόν, αυτών των θαυμάτων, τον άφησαν ελεύθερο να γυρίσει στην πατρίδα του Σεβαστή, όπου ειρηνικά παρέδωσε στον Κύριο το πνεύμα του. (Η μνήμη του Αγίου Ευτύχη, επαναλαμβάνεται και στις 30 Μαΐου).
2. Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός
Εὔκοσμος ὤφθης κόσμος, ὦ Κοσμᾶ μάκαρ,
Κόσμον λόγοις σοῖς αἵμασι τ᾽ αγλαΐσας.
Ο Άγιος Κοσμάς υπήρξε φωτοφόρος απόστολος του Ευαγγελίου, στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. Η Εκκλησία του Χριστού, για να τιμήσει τον αγώνα και την προσφορά του, τον ονόμασε Ισαπόστολο. Ο Άγιος Κοσμάς γεννήθηκε στο χωριό Ταξιάρχης της επαρχίας Αποκούρου που βρίσκεται κοντά στο χωριό Μεγάλο Δένδρο Ναυπακτίας, το 1714 μ.Χ., από γονείς ευσεβείς, που τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Είκοσι χρονών μετέβη στο Άγιο Όρος, για να σπουδάσει στο εκεί νεοσύστατο σχολείο του Βατοπεδίου. Ο Άγιος Κοσμάς, ονομαζόταν αρχικά Κωνσταντίνος και μετά την αποφοίτησή του, πήγε στη Μονή Φιλόθεου, όπου έγινε μοναχός (1759 μ.Χ.) και κατόπιν Ιερομόναχος και έλαβε το όνομα Κοσμάς. Ο Άγιος γνωρίζοντας ότι το Έθνος κινδύνευε, δεν ησύχαζε και φλεγόταν νύχτα-μέρα από τον πόθο να βγει και να διδάξει στους σκλαβωμένους Έλληνες τα Άγια Γράμματα. Όμως, θεωρούσε τον εαυτό του ταπεινό και αδύνατο να επωμισθεί τέτοιο φορτίο. Με θεία αποκάλυψη, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε τον αδελφό του Χρύσανθο, που ήταν δάσκαλος. Αυτός του έκανε μερικά μαθήματα ρητορικής, που θα βοηθούσαν τον Κοσμά στο κήρυγμα. Έπειτα, αφού πήρε την άδεια του Πατριάρχη Σεραφείμ, όργωσε στην κυριολεξία την Ελλάδα, διδάσκοντας στους «ραγιάδες» το λόγο του Θεού. Έτσι, ο Άγιος Κοσμάς, αρχικά κήρυξε στην Κωνσταντινούπολη και στην συνέχεια μετέβη στην Αιτωλοακαρνανία. Με νέα άδεια περιήλθε τα Δωδεκάνησα και το Άγιο Όρος. Ακολούθως περιόδευσε στην Θεσσαλονίκη, Βέροια, σε ολόκληρη την Μακεδονία, έφθασε στην Χειμάρα, επέστρεψε στην Νότιο Ήπειρο και από εκεί κατέληξε στη Λευκάδα και την Κεφαλληνία. Πήγε ακόμη στη Ζάκυνθο, Κέρκυρα και ξανά στην Βόρειο Ήπειρο. Απ’ οπού περνούσε, έκτιζε σχολεία, εκκλησίες, και πλήθος λαού συνέρεε και «ρουφούσε» το «νέκταρ» της αγίας διδασκαλίας του. Τελικά, ο φθόνος των Εβραίων, σε συνεργασία με τους Τούρκους, είχε σαν αποτέλεσμα τον απαγχονισμό του Αγίου στο Κολικόντασι, στα χώματα της Βορείου Ηπείρου το 1779 μ.Χ. Το λείψανό του το έριξαν στα νερά του ποταμού Άψου. Παρά την πέτρα που του είχαν δέσει στον λαιμό, το λείψανο επέπλεε. Βρέθηκε από τον ιερέα Μάρκο κι ενταφιάσθηκε στη μονή της Θεοτόκου Αρδονίτσας Β. Ηπείρου, όπου και ανευρέθη. Η κανονική πράξη της αναγνωρίσεώς του ως αγίου έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 20 Απριλίου 1961 μ.Χ. Ακολουθία και βίο του έγραψαν ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Σαπφείριος Χριστοδουλίδης, ο Θωμάς Πασχίδης και ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Πολλοί νεώτεροι συγγραφείς ασχολήθηκαν με τον βίο και το έργο του μεγάλoυ αγίου. Πλήθος εικόνων, χαλκογραφιών, ζωγραφιών και σχεδίων φανερώνουν την τιμή και την ευγνωμοσύνη του Γένους για τον λαμπρό αστέρα του Αγίου Όρους. Τα λόγια του ήταν προφητικά, γεμάτα θεία χάρη και απλότητα. Κάποτε είπε στους κατοίκους κάποιου χωριού: «Ήρθα στο χωριό σας και σας κήρυξα. Δίκαιο είναι λοιπόν να με πληρώσετε για τον κόπο μου. Με χρήματα μήπως; Τι να τα κάνω; Η πληρωμή η δική μου είναι να βάλετε τα λόγια του Θεού στην καρδιά σας, για να κερδίσετε την αιώνια ζωή».
3. Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Διονυσίου του Ζακυνθινού
4. Άγιος Τατίων
Ο Άγιος Τατίων καταγόταν από το Μαντίναιο της Μητροπόλεως Κλαυδιουπόλεως στην Ερδελία, της επαρχίας Ονωριάδος. Συνελήφθηκε διότι ήταν χριστιανός και οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Ουρβανό. Αυτός τον ρώτησε αν επιμένει να ομολογεί τον Χριστό και ο Τατίων με τόλμη απάντησε ότι θα τον ομολογεί μέχρι τελευταίας του πνοής. Αμέσως τότε τον έδειραν σκληρά και τον ξέσχισαν με σιδερένια νύχια. Κατόπιν τον έσυραν μέχρι θανάτου μέσα στην Κλαυδιούπολη, αφού πρώτα έκανε το σημείο του σταυρού.
5. Όσιος Γεώργιος ο Λιμνιώτης, ο Ομολογητής
Ο Όσιος αυτός, από μικρό παιδί αγάπησε τη μοναχική ζωή και όταν ενηλικιώθηκε έγινε μοναχός και ασκήτευε στον Όλυμπο (της Βιθυνίας). Στα χρόνια του εικονομάχου βασιλιά Λέοντα του Ισαύρου (716 μ.Χ.), ο Γεώργιος αγωνίστηκε για την Ορθοδοξία και έκανε δριμύτατες παρατηρήσεις στον ασεβή βασιλιά. Τότε υπέστη απ’ αυτόν πολλά βάσανα και μάλιστα σε ηλικία 95 χρονών. Στο τέλος του έκοψαν τη μύτη, έκαψαν το κεφάλι του και έτσι παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό.
6. Όσιος Αρσένιος ο θαυματουργός
Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τον βίο του Ρώσου Οσίου παρά μόνο ότι κοιμήθηκε το 1550 μ.Χ.
7. Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Πέτρου Μητροπολίτη Μόσχας
8. Όσιος Αριστοκλής ο Αθωνίτης
Ο κατά κόσμον Αλέξιος του Αλεξίου Αμβρόσιφ γεννήθηκε το 1846 μ.Χ. στο Ορενμπούργκ των Ουραλίων. Μετά τον θάνατο της συζύγου του, το 1876 μ.Χ., αναχώρησε για το Άγιον Όρος του Άθω, και εισήλθε στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Στις 12 Μαρτίου 1880 μ.Χ. εκάρη μοναχός κι έλαβε τ’ όνομα Αριστοκλής. Το 1884 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και το 1886 μ.Χ. εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Το 1887 μ.Χ. απεστάλη στο μετόχι της μονής του στη Μόσχα, όπου εφάνη νέος κτήτορας και υπήρξε πνευματικός πατέρας πολλών ψυχών. Η παραμονή του στο μετόχι από το 1891 – 1894 μ.Χ. δημιούργησε γύρω του ένα σπουδαίο πνευματικό έργο. Από το 1895 – 1909 μ.Χ. επέστρεψε στη μονή του. Από το 1909 – 1918 μ.Χ. μετέβη και παρέμεινε πάλι στο μετόχι της Μόσχας. Τον κοσμούσαν τα χαρίσματα της προοράσεως και της θαυματουργίας, με τα οποία βοήθησε πολλές ψυχές. Η θυσιαστική του αγάπη και η ελεήμων καρδία μαλάκωνε και τις πιο πέτρινες καρδιές. Πλήθος αναγκεμένου κόσμου βρήκε πλησίον του τη σωτηρία του. Δίκαια ονομάσθηκε ο Γέροντας της Μόσχας. Η μακαρία κοίμησή του συνέβη στις 24 Αυγούστου 1918 μ.Χ. στο κελλί του, του μετοχίου του Αγίου Παντελεήμονος. Έκανε τρεις φορές τον σταυρό του, βλέποντας την εικόνα της Γοργοϋπηκόου, την οποία ιδιαίτερα είχε σε ευλάβεια και στην οποία είχε κτίσει ναό, και παρέδωσε ήσυχα το πνεύμα του στον Πλάστη του. Το σώμα του ετάφη κάτω από τον ναό της Γοργοϋπηκόου. Το 1923 μ.Χ., για να μη βεβηλωθεί από τους άθεους, μεταφέρθηκε στη μονή του Οσίου Δανιήλ, όπως το είχε προείπει ο όσιος Αριστοκλής. Το 2001 μ.Χ. το Πατριαρχείο Μόσχας τον κατέταξε στο Ρωσικό Αγιολόγιο. Το 2004 μ.Χ. έγινε η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του και μεταφέρθηκαν στο ναό του μετοχίου, όπου συνεχίζουν να θαυματουργούν και να ευωδιάζουν.
