† ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Πρόκλου καὶ Ἱλαρίου τῶν μαρτύρων (β΄ αἰ.). Παϊσίου ὁσίου τοῦ διορατικοῦ (†1994).
Η θεραπεία του παραλύτου στην Καπερναούμ, που ακούγεται την Κυριακή Στ´ Ματθαίου, πρόερχεται από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο κεφ. 9, 1 – 8. Διασώζουν, επίσης, το θαύμα και οι Ευαγγελιστές, Μάρκος (2, 1-12) και Λουκάς (5,12-16) με περισσότερες όμως λεπτομέρειες.
H θέα ενός παραλύτου ανθρώπου είναι κάτι που προκαλεί πάντοτε βαθειά αισθήματα πόνου και θλίψεως. Τα ίδια συναισθήματα φυσικό ήταν να ένιωσαν και όλοι όσοι αντίκρυσαν τον παραλύτο που έφεραν οι φίλοι του στον Χριστό, στην πολή της Καπερναούμ, με την παράκληση να τον θεραπεύσει. Την τραγικότητα της καταστάσεως βάρυνε ακόμη περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο ο παράλυτος άνθρωπος έγινε δυνατό να βρεθεί μπροστά στον Χριστό. Οι άνθρωποι που μετέφεραν τον παράλυτο, λόγω του μεγάλου πλήθους που είχε συνωστισθεί στον εσωτερικό χώρο του σπιτιού, και επειδή δεν είχαν άλλη πρόσβαση σκέφθηκαν, όπως γράφουν οι Ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς, να ανεβάσουν τον άνθρωπό τους στο δώμα κι από εκεί να βγάλουν μερικά κεραμίδια και με σχοινιά να τον κατεβάσουν μπροστά στον Χριστό. Ας αναπολήσουμε την ώρα εκείνη· οι άνθρωποι που άκουγαν τον Χριστό ξαφνικά βλέπουν ένα φως να έρχεται επάνω τους, από ένα άνοιγμα στην στέγη, και πριν προλάβουν να συνέλθουν από την έκπληξή τους, ένα κρεββάτι να αιωρείται και να έρχεται, κυριολεκτικά να προσγειώνεται εκεί που στεκόταν ο Χριστός. Έκπληξη, πανικός, περιέργεια κατέκλυσε τις καρδιές όλων των παρευρισκομένων, συναισθήματα τα οποία κορυφώθηκαν όταν άκουσαν τον Χριστό να λέγει στον παράλυτο, «θάρρος παιδί μου· συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Η τελευταία φράση του Χριστού προκάλεσε στους γραμματείς, που ήταν ανάμεσα στο πλήθος κι έβλεπαν κι άκουγαν όλα αυτά, έντονα συναισθήματα αποστροφής και προβληματισμού, διότι σκέπτονταν ότι, «αυτός βλασφημεί· ποίος είναι αυτός που συγχωρεί αμαρτίες; Μονόν ο Θεός συγχωρεί αμαρτίες». Ενώ οι σκέψεις αυτές κατέκλυζαν τις καρδιές τους ακούν τον Χριστό να αποκαλύπτει τους διαλογισμούς εμπρός σε όλους τους παρισταμένους με τα εξής λόγια: «γιατί κάνετε αυτές τις σκέψεις στο μυαλό σας; Τι είναι ευκολώτερο να πω στον παράλυτο, σου συγχωρούνται οι αμαρτιές ή σήκω πάρε το κρεββάτι σου και περπάτα» και συνεχίζει «για να δείτε ότι ο Υιός του Ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτιές» στρεφόμενος λέγει στον παράλυτο «σήκω, πάρε το κρεββάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Πράγματι· πετάχθηκε επάνω, άλλος άνθρωπος πλέον ο προ ολίγου παράλυτος, γεμάτος ζωντάνια και δύναμη άδραξε το κρεββάτι και περνώντας εμπρός από το έκπληκτο πλήθος έφυγε για το σπίτι του. Ας φανταστούμε την έκπληξη και την απορία των οικείων του όταν τον αντίκρυσαν να επιστρέφει στο σπίτι· πως έφυγε, πάνω σε ένα κρεββάτι και στα χέρια τεσσάρων ανθρώπων και τώρα επιστρέφει, αγνώριστος· σαν το νικητή στρατηγό μετά την μάχη με τρόπαιο το κρεββάτι της παραλυσίας του, αλλά και την άφεση των αμαρτιών του! Η πίστη του παραλύτου ήταν αυτή που κινητοποίησε τους φίλους του να τον μεταφέρουν στον Χριστό· η πίστη, τώρα, του παραλύτου και των φίλων του τους έφερε στο δώμα και από εκεί με πολύ κόπο κατέβασαν τον παράλυτο εμπρός στον Χριστό· πίστευαν όλοι ότι ο Χριστός μπορεί να τον σώσει. Για τον λόγο αυτό σημειώνει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος ότι, «ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ…». Η πίστη αυτή βρίσκει την αναγνώρισή της από τον Χριστό και επιβραβεύται με την άφεση των αμαρτιών του παραλύτου για να καταφανεί αυτό αργότερα μετά με την αποκατάσταση της παραλύσεως. Αλλά τα θαύματα δεν σταματούν εδώ, αφού ο Χριστός αποκαλύπτει τους διαλογισμούς των γραμματέων που σκέφτονται ότι βλασφημεί όταν λέγει ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες του παραλύτου, εφόσον μόνον ο Θεός μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Ο Θεός δεν είναι μόνον αυτός που συγχωρεί αμαρτίες, αλλά γνωρίζει και τα κρυπτά της καρδίας, «ἐτάζει καρδίας καί νεφρούς» (Ψαλμ. 7, 9), και είναι «καρδιογνωστής» (Πραξ. 15,8) συνεπώς ο Χριστός που αποκαλύπτει τους διαλογισμούς είναι ο ίδιος ο Θεός που συγχωρεί αμαρτίες! Μετά από όλα αυτά που έζησαν οι άνθρωποι, δικαίως αισθάνονται χαρά και η δοξολογία αναπέμεπται στον Θεό για την παρουσία του Αγίου Του ανάμεσα τους. Αυτή, άλλωστε, η γενική εντυπώση ήταν η αιτία που έδωσαν στον Χριστό το προσωνύμιο «Ἐμμανουήλ» (Ματθ. 1,23) που θα πει ο Θεός ανάμεσά μας, όπως και πράγματι είναι και επιβεβαιώνεται με την πίστη στην ζωή μας.
1. Άγιοι Πρόκλος και Ιλάριος
Οι Άγιοι μάρτυρες Πρόκλος και Ιλάριος, έζησαν την εποχή του αυτοκράτορα των Ρωμαίων Τραϊνού (98 – 117 μ.Χ.) και του ηγεμόνα Μαξίμου. Πρώτος συνελήφθη ο Άγιος Πρόκλος και αφού διακήρυξε την πίστη του στον Θεό ενώπιον του αυτοκράτορα, οδηγήθηκε στον ηγεμόνα να υποβληθεί σε βασανιστήρια. Πρώτα λοιπόν του έκαψαν την κοιλιά με αναμμένους δαυλούς, στην συνέχεια του ξέσκισαν όλο το σώμα με σιδερένια νύχια, έπειτα τον κρέμασαν και τέλος πάρθηκε η απόφαση να θανατωθεί με τόξα. Καθ’ οδόν λοιπόν προς τον τόπο του μαρτυρίου, ο Άγιος συνάντησε τον ανιψιό του Ιλάριο, ο οποίος χαιρέτησε τον θείο του. Γι’ αυτό τον λόγο συνελήφθη. Έτσι αφού θανατώθηκε ο Άγιος Πρόκλος με τα τόξα στη συνέχεια θανατώθηκε και ο Ιλάριος, αφού πρώτα ρωτήθηκε αν είναι και αυτός χριστιανός. Έτσι έλαβαν τον στέφανο του μαρτυρίου.
2. Αγία Βερονίκη η αιμορροούσα
Όλου νοητώς δράττεταί σου νυν Λόγε,
H κρασπέδου σού, πριν μόνου δραξαμένη.
Για τη θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός, που κατά την παράδοση ονομαζόταν Βερονίκη, μπορεί να διαβάσει ο αναγνώστης στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο κεφάλαιο Θ’ στ. 20-22, στο κατά Μάρκον κεφάλαιο Ε’ στ. 25-34 και στο κατά Λουκάν κεφάλαιο Η’ στ. 43-49. Ο Συναξαριστής του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου αναφέρει, ότι η αγία αυτή καταγόταν από την πόλη Πανεάδα. Όταν τη γιάτρεψε ο Κύριος από την ασθένεια της αιμορραγίας, αυτή για να Τον ευχαριστήσει, φιλοτέχνησε τον ανδριάντα Του και τον έστησε μπροστά στο σπίτι της για να προσκυνείται απ’ όλους. Μάλιστα στη βάση του ανδριάντα, φύτρωσε βότανο που θεράπευε διάφορες ασθένειες. Αργότερα η Βερονίκη έγινε μέλος της πρώτης Εκκλησίας, και αφού έζησε αγία ζωή, ειρηνικά παρέδωσε το πνεύμα της.
3. Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
Παΐσιε τοῦ ὄρους Ἄθωνος δένδρον,
πολύκαρπον ὁσιώτατε ἐδείχθης.
Δεκάτῃ τε καὶ δευτέρᾳ Παΐσιος θάνε.
Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς, τον Πρόδρομο και την Ευλαμπία Εζνεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924 μ.Χ., λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα. Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε. Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος με τις διηγήσεις για το θαυμαστό βίο του Αγίου Αρσενίου, έλεγε ότι θα γίνει μοναχός από την ηλικία των 5 ετών! Και αφού έμαθε να διαβάζει, αγαπημένη του ασχολία υπήρξε η ανἀγνωση των βίων των Αγίων, των οποίων εμιμείτο τους ασκητικούς αγώνες με θερμό ζήλο. Μετά από τις εγκύκλιες σπουδές του δε θέλησε να συνεχίσει στα γράμματα, αλλά προτίμησε να μιμηθεί το Χριστό και μαθήτευσε στην τέχνη του ξυλουργού, την οποία άσκησε με επιμέλεια και δεξιοσύνη. Στην ηλικία των 15 ετών αξιώθηκε της θέας του Κυρίου, για ένα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσω του οποίου απέκρουσε μία δαιμονική προσβολή του πειρασμού της απιστίας. Από τότε φούντωσε μέσα του ακόμη περισσότερο η φλόγα της αγάπης του Θεού και ο πόθος για τη μοναχική ζωή. Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 – 1949 μ.Χ.), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ήταν πρόθυμος να δώσει κάθε στιγμή και τη ζωή του ακόμα για τη σωτηρία των άλλων. Ευρισκόμενος μάλιστα συχνά μέσα στον καταιγισμό των φονικών πυρών, συνέβη να σώσει με τις θερμές προσευχές του πολλούς στρατιώτες, αλλά να σωθεί και ο ίδιος με τρόπο θαυμαστό. Επειδή το μεγαλύτερο διάστημα της στρατιωτικής του θητείας το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή, πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Οσίου τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, ο Όσιος φέροντας ως παράδειγμα την ειδικότητά του στον στρατό, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας. Έτσι, μετέβη στο Άγιον Όρος, αναζητώντας έναν οδηγό για τη ζωή της κατά Θεόν ησυχίας. Δεν κατάφερε όμως να εκπληρώσει αμέσως τον πόθο του. Παράλληλα, οι δικοί του βρέθηκαν την ίδια περίοδο σε μεγάλη οικονομική δυσκολία, οπότε τον κάλεσαν να τους βοηθήσει. Έτσι, επέστρεψε στην Κόνιτσα και εργάστηκε ως μαραγκός. Μετά από 3 χρόνια όμως (1953 μ.Χ.), σε ηλικία 29 ετών πλέον, εγκατέλειψε τα πράγματα του κόσμου και επέστρεψε στην Αθωνική Πολιτεία. Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, ακολούθησε τελικά τη συμβουλή ενός σεβάσμιου γέροντα και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιερά Μονή Εσφιγμένου, γνωστής τότε για την αυστηρή της τάξη. Εκεί έζησε μέσα στην ολοτελή υπακοή και επιδόθηκε σε υπέρμετρη άσκηση, υπερβάλλοντας σε κόπους για χάρη του Χριστού και των αδελφών του. Έτσι, στις 27 Μαρτίου 1954 μ.Χ. εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Εκεί προετοιμάστηκε για τη ζωή του ερημίτη, κάτω από την καθοδήγηση ενός διακριτικού και σοφού γέροντα, του γέροντα Συμεών. Στις 12 Μαρτίου 1956 μ.Χ., εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Τον Αύγουστο του 1958 μ.Χ., υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο, παλεύοντας με τους πειρασμούς, ευεργετώντας τους ανθρώπους της περιοχής, σώζοντας πολλούς από τις διδασκαλίες των προτεσταντικών ομάδων που δρούσαν εκεί, και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι. Τo 1962 μ.Χ., όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος παρακαλούσε μέσα στους πειρασμούς, που καθημερινά τον πολιορκούσαν, θερμά το Θεό να του δείξει το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι, δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση. Αγωνιζόμενος με πολλή ταπείνωση, διαρκή νηστεία, ακατάπαυστη αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε να υπερνικήσει τις παγίδες του μισόκαλου εχθρού και να απολαύσει την ένωση με το Θεό. Γεμάτος από τη χάρη της θείας παρακλήσεως, απολάμβανε την κατά Θεόν ευφρόσυνη μέσα στο καμίνι της απαράκλητης ερήμου. Έγινε μάλιστα ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος. Δεν θα υπήρχε, έτσι, κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν – φεύ! – δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιον Όρος το 1964 μ.Χ., δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπόν ως ξένος και παρεπίδημος στη γη, έφτασε να γίνει πολίτης του ουρανού. Έχοντας, συνεπώς, την πράξη ως την «επίβασιν» της θεωρίας, έφτασε σε υψηλά μέτρα και έγινε κοινωνός θείων μυστηρίων. Εντρύφησε έτσι και στην ωραιότητα του Κυρίου, ενώ επιπλέον έτυχε και της Θεομητορικής ευλογίας. Συνομίλησε με αγίους που εμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε την όραση του Άγγελου Φύλακά του, άκουσε αγγελικούς ύμνους και καταυγάσθηκε από το ουράνιο φως. Το 1966 μ.Χ. ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιον Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιον Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μ.Χ. μετακινήθηκε στα Κατουνάκια και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα). Στις 12 Αυγούστου 1968 μ.Χ. ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού. Το 1979 μ.Χ. αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Εκεί ο Όσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο Όσιος στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία. Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του Οσίου Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του οι πόνοι από τις διάφορες αρρώστιες όπως κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη και κυρίως από τον καρκίνο που του είχε διαγνωσθεί, γίνονταν όλο και περισσότεροι. Παρ’ όλ’ αυτά όμως αυτός ήταν ήρεμος και υπέμενε χωρίς να διαμαρτύρεται καθόλου. Αντιθέτως συνέχιζε να προσεύχεται για όλους. Μετά το 1993 μ.Χ. παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί, λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 μ.Χ. χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο Όσιος ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιον Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει. Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 μ.Χ. και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και αποφάσισε την κατάταξη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου έχει ως εξής:
«Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Tρίτην, 13ην Ἰανουαρίου 2015, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.
Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος: α) ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μοναχόν Παΐσιον Ἁγιορείτην καί β) προτάσει τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, διά ψήφων κανονικῶν ἐξελέξατο παμψηφεί τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Εἰρηναῖον Ἀβραμίδην, διακονοῦντα ἐν Παρισίοις, Βοηθόν Ἐπίσκοπον παρά τῷ Σεβασμιωτάτῳ Μητροπολίτῃ Γαλλίας κυρίῳ Ἐμμανουήλ, ὑπό τόν τίτλον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Ρηγίου.
Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 13ῃ Ἰανουαρίου 2015
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου»
4. Άγιος Σεραπίων ο νέος
Ο Άγιος Σεραπίων έζησε στα χρόνια του βασιλιά Σεβήρου και ήταν άνδρας θεοσεβής και αγαθός στην προαίρεση. Συνελήφθη από τον άρχοντα Ακύλα και όταν ρωτήθηκε ποιας θρησκείας είναι, ομολόγησε με θάρρος, ότι πιστεύει και σέβεται τον Χριστό. Τότε τον έριξαν στη φωτιά και τον έκαψαν ζωντανό, λαμβάνοντας έτσι το αμαράντινο στεφάνι του μαρτυρίου
5. Άγιοι Ανδρέας ο Στρατηλάτης, Ηράκλειος, Φαύστος, Μηνάς και η συνοδεία τους
Η μνήμη τους επαναλαμβάνεται στις 31 Αυγούστου.
6. Όσιος Μιχαήλ ο Μαλείνος πνευματικός πατέρας του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη
Ο Όσιος Μιχαήλ ο Μαλείνος έζησε στα χρόνια των βασιλέων Κωνσταντίνου Ζ’ και μέχρι των χρόνων του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου. Γεννήθηκε στην Καππαδοκία από γονείς ευσεβείς και πλούσιους, τον Ευδόκιμο και την Αναστασώ. Ο παππούς του από τον πατέρα του, Ευστάθιος, κατείχε το αξίωμα του πατρικίου. Ο δε παππούς του από τη μητέρα του Αδράλεστος, είχε το αξίωμα του Στρατηλάτη της Ανατολής. Ο Μανουήλ – αυτό ήταν το κατά κόσμον όνομα του – ανατράφηκε μέσα στ’ ανάκτορα, αλλά γρήγορα κατάλαβε την ματαιότητα των εγκόσμιων τιμών και αγαθών και γι αυτό κατέφυγε στο όρος του Κύμινα. Εκεί βρήκε κάποιο μοναχό γέροντα μεγάλης αρετής, τον Ιωάννη, που τον παρεκάλεσε να μείνει κοντά. Ο γέροντας με επιφύλαξη τον δέχτηκε, αλλά μετά από λίγο ο πατέρας του, εντόπισε που βρίσκεται και με διάφορες παρακλήσεις τον έφερε στο σπίτι. Αλλά μετά από λίγους μήνες και με την άδεια αυτή τη φορά των γονέων του, επέστρεψε στον γέροντα του, που τον δέχτηκε με χαρά μεγάλη. Μετά τρία έτη δοκιμασίας, ο Μανουήλ έγινε μοναχός με το όνομα Μιχαήλ. Αργότερα, όταν πέθανε ο γέροντάς του Ιωάννης, ο Μιχαήλ, με τη μεγάλη πατρική κληρονομιά που απόκτησε υπήρξε μεγάλος δωρητής των φτωχών και των πασχόντων. Επίσης ίδρυσε την περίφημη μεγάλη Λαύρα του Κύμινα, όπου σχηματίστηκε πολυάριθμη αδελφότητα, την οποία ο Μιχαήλ οργάνωσε κοινοβιακά και την συνέδεσε με αδελφική αγάπη. Απ’ αυτή τη Μονή πέρασαν πολλές εκλεκτές ψυχές, μεταξύ των οποίων και ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης ιδρυτής της μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Η μονή του Κύμινα διακρίθηκε για τους καλλιγράφους της και αντιγραφείς Ιερών βιβλίων. Σε ηλικία προχωρημένη, αλλά ακμαίος στην πίστη και το πνεύμα, ο Μιχαήλ παρέδωσε ειρηνικά την αγία του ψυχή στον Θεό.
7. Σύναξη της Παναγίας της Τριχερούσας στο Άγιο Όρος
Εἰκών σου Ἁγνὴ ὡς θεία μυροθήκη,
δέδοται ἡμῖν ἐκ Παλαιστίνης πάλαι.
Τριχερούσης δυοκαιδεκάτη ἧξιν ὧδε ἀείδω.
Η εικόνα αυτή είναι εκείνη στην οποία με δίκαιο παράπονο κατέφυγε και προσυχήθηκε ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (βλέπε 4 Δεκεμβρίου) κρατώντας το κομμένο δεξί του χέρι, με το οποίο συνέγραφε τους λόγους υπέρ των Αγίων Εικόνων και το οποίο του κόπηκε από επιβουλή των εικονομάχων. Η Παναγία θαυματούργησε συγκολλώντας και ζωογονώντας το νεκρό χέρι του θεράποντος της και εκείνος της αφιέρωσε ασημένιο ανάθημα σε σχήμα χεριού, που η θέση του στην εικόνα το κάνει να φαίνεται σαν ένα τρίτο χέρι της Παναγίας. Η εικόνα που μέχρι το 12 αιώνα μ.Χ. φυλαγόνταν στη Λαύρα του αγίου Σάββα, δωρήθηκε στον άγιο Σάββα Αρχιεπίσκοπο Σερβίας (βλέπε 14 Ιανουαρίου) και κτίτορα της μονής Χιλανδαρίου κατά την επίσκεψή του στους Αγίους Τόπους. Αυτός τη μετέφερε στη Σερβία, από όπου αργότερα μετακομίστηκε με θαυμαστό τρόπο στο Άγιο Όρος, όταν κατά τις εσωτερικές ταραχές που συνέβησαν στη Σερβία επί του βασιλέα Ούροση του Ε΄ ο ημίονος που τη μετέφερε πάντοτε προ του στρατεύματος στις διάφορες μάχες χάθηκε και προχωρώντας μόνος του έφθασε μέχρι το Χιλανδράρι. Σε μεταγενέστερη εποχή όταν προέκυψε διχόνια στην αδελφότητα της μονής Χιλανδαρίου εξαιτίας της εκλογής νέου ηγούμενου, η Τριχερούσα μετατοπίστηκε θαυματουργικά από το Ιερό Βήμα, όπου ήταν μέχρι τότε, στο στασίδι του ηγούμενου, ενώ συγχρόνως ενάρετος ερημίτης μοναχός πληροφόρησε την αδελφότητα ότι στο εξής και προς αποφυγή φιλονικιών να μην εκλέγεται ηγούμενος στο Χιλανδάρι, διότι η Παναγία θα κρατήσει τη θέση αυτή και θα διοικεί το μοναστήρι. Πράγματι μέχρι σήμερα, η χιλανδρινή αδελφότητα, ενώ ζει κοινοβιακά, στερείται Καθηγουμένου και διοικείται κατά το σύστημα των ιδιόρρυθμων μονών.
8. Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Γεωργίου Επισκόπου Άσσου Μυτιλήνης
9. Άγιος Αρσένιος του Νόβγκοροντ
Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τον βίο του Ρώσου Αγίου, παρά μόνο ότι ήταν δια Χριστόν Σαλός.
10. Άγιος Μάμας πέραν εν τω Σίγματι
11. Σύναξη της Παναγίας της Κουκουζέλισσας στην Νέα Κίο Αργολίδας
Η Νέα Κίος Αργολίδος ιδρύθηκε το 1927 μ.Χ. και φιλοξένησε πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Παλιά πατρίδα η Κίος της Βιθυνίας, το επίνειον της Προύσσας, η έδρα της ξακουστής Μητρόπολης Νίκαιας. Σοβαρός δεσμός, πνευματικός και ιστορικός με τις αλησμόνητες πατρίδες, είναι οι 4 παλαιές εικόνες που μεταφέρθηκαν από την Κίο της Μικράς Ασίας και φυλάσσονται ως ιερά κειμήλια – φάροι πίστης και μνήμης στον ιστορικό Ναό της Θεομάνας, πολιούχο της Νέας Κίου. Η ιερά εικόνα της Κουκουζέλησας – Τριχερούσας είναι η μεγαλύτερη σε μέγεθος από τις τέσσερις, μεγάλης παλαιότητας και ιδιαίτερα ξεχωριστή, γιατί αποτελεί ένα θαυμάσιο συνδυασμό (μοναδικό στα ελληνοχριστιανικά δεδομένα) της Παναγίας της Κουκουζέλησας της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας και της Τριχερούσας της Ιεράς Μονής Χιλιανδαρίου Αγίου Όρους. Συγκεκριμένα, ενώ εκατέρωθεν της μορφής της Παναγίας απεικονίζονται ο Άγιος Ιωάννης ο Κουκουζέλησας και ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, όπως στην Κουκουζέλησα της Μεγίστης Λαύρας, στην εν λόγω εικόνα υπάρχει ασημένιο τρίτο χέρι που παραπέμπει στην Τριχερούσα του Χιλιανδαρίου και στο θαύμα που επετέλεσε η Θεοτόκος στον Άγιο Ιωάννη τον Κουκουζέλη. Ο μοναδικός στην ψαλτική Ιωάννης Κουκουζέλης ενώ αποκοιμήθηκε αποκαμωμένος στο ψαλτήρι, εμφανίστηκε ενώπιον του η Παναγία σε όνειρο και τον παρακίνησε να ψάλλει γι’ αυτήν και Εκείνη θα τον ανταμειψει. Αμέσως μόλις εξύπνησε, είδε μέσα στο χέρι του ένα χρυσό νόμισμα το οποίο αποτελούσε την υλοποίηση της υπόσχεση της Θεοτόκου. Αυτή η φλόγα της πίστης προς την Παναγία φώτιζε τις ψυχές των παιδιών της, που δεν την άφησαν στα χέρια των κατακτητών, αλλά την πήραν μαζί τους για να τους δίνει θάρρος, δύναμη και παρηγοριά. Η «ανωτέρα τω Χερουβείμ», η Μάνα του Θεού και των προσφύγων, η Βασίλισσα του κόσμου, να φωτίζει τον δρόμο κάθε κουρασμένου και ταλαιπωρημένου της εποχής μας ανθρώπου, ώστε να οδηγεί κοντά σ’ Αυτήν και τον Υιό της, με απώτερο σκοπό μας την Αιωνιότητα. Αμήν!
12. Αγιοι Πέντε Οσιομάρτυρες Λειψών
Υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες που διασώζονται για τους πέντε αυτούς μάρτυρες. Σύμφωνα με τα έγγραφα της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και την τοπική παράδοση, οι πέντε μοναχοί της Μονής που έζησαν και εργάστηκαν στο νησί των Λειψών δολοφονήθηκαν κατά τον 16ο και 17ο μ.Χ. αιώνα από πειρατές ή Τούρκους. Το 1558 μ.Χ. δολοφονείτε ο μοναχός Νεόφυτος ο Αμοργινός («ἀφνη΄ ἐφονεύθη ὑπὸ τῶν ἀγαρηνῶν εἰς τὸν λειψὸν νεόφυτος μοναχὸς ὁ ἀμοργίνος»). Το 1561 μ.Χ. δολοφονείτε ο Μοναχός Ιωνάς («αφξα΄ φεβρουαρίου κη΄ ἐφονεύθη εἰς τὸν λειψὸν ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἰωνὰς μοναχός, ὁ λέριος»). Το 1609 μ.Χ. δολοφονείτε ο μοναχός Νεόφυτος ο Φαζός («[1609] τῷ αὐτῷ ἔτει ἔπιασαν οἱ λεβέντες [οἱ πειρατὲς] εἰς τὸν λειψόν, τὸν ἐν μοναχοῖς νεόφυτον τὸ φαζόν, καὶ ἐφόνευσαν αὐτὸν διὰ σκεπάρνου καὶ ἀρχίσαμεν το μνημόσυνον καὶ τὴν ἔξοδον αὐτοῦ, δεκεμβρίου 8»). Το 1635 μ.Χ. δολοφονείτε ο Ιωνάς ο Νισύριος («[1635] τῷ αὐτῷ μηνὶ ἀπριλλῷ ἐπίασεν ὁ μπεκὴρ πασιᾶς τὸν ἐν μοναχοῖς ἰωνὰν τὸν γαρμπὴν τὸν ἐκ νησύρου καὶ ἔδειρεν αὐτόν, ὁποῦ ἀπέθανεν ἀπὸ τὸν δαρμὸν καὶ ἔθαψάν τον εἰς τον λειψόν»). Το 1696 μ.Χ. δολοφονείτε ο μοναχός Παρθένιος («1696 ἐκοιμήθη ὁ ἁγιώτατος ἐν μοναχοῖς παρθένιος, αὖ τὴν φιλιπόπολιν, ἀναχωρητὴς εἰς τῶν ἀγρίων τὸ νερὸν ὁ θάνατος αὐτὸς μὲ καμάκιον, ἐτρυπίθη εἰς λεμὸν καὶ ὀ ἀφέντης ὀ Θεὸς νὰ τὸν ἀναπαύσει»). Την Ακολουθία τους συνέταξε ο δόκιμος Υμνογράφος Δρ. Χαράλαμπος Μπούσιας, την οποία εξέδωσε το 1999 μ.Χ., με όσα βιογραφικά στοιχεία μπορούσε να συλλέξει, ο Εφημέριος της Λειψούς και αδελφός της Μονής μας, Αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Κουμουνδούρος. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την υπ’ αριθ. πρωτ. 693/2002 Πράξη ανακήρυξε τους πέντε ασκητές «μετὰ τῶν Ὁσίων καὶ Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, τιμώμενοι παρὰ τῶν πιστῶν καὶ ὕμνοις ἐγκωμίων γεραιρόμενοι κατ’ ἔτος τῇ πρώτῃ μετὰ τὴν ι΄ Ἰουλίου Κυριακὴ».
