Χριστός Ανέστη!
1. Ανάμνηση του εν τω ουρανώ φανέντος σημείου του Τιμίου Σταυρού επί Κωνσταντίου
Η πρώτη εμφάνιση του Τιμίου Σταυρού έγινε στο Μεγάλο Κωνσταντίνο, με το θριαμβευτικό έμβλημα της νίκης: «ἐν τούτῳ νίκα». Εδώ έχουμε μια άλλη εμφάνιση, που έγινε στην Ιερουσαλήμ, περίπου το 346 μ.Χ. Τότε αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων ήταν ο Κύριλλος (18 Μαρτίου) και βασιλιάς ο Κωνσταντίνος, γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η εμφάνιση αυτή έγινε στις 7 Μαΐου, κατά μια των ημερών της Πεντηκοστής. Ήταν η ώρα (βυζαντινή) τρίτη, όταν ξαφνικά στον ουρανό φάνηκε ο Τίμιος και Ζωοποιός Σταυρός, σχηματισμένος από εκθαμβωτικό φως, πάνω από το Γολγοθά, μέχρι και το όρος των Ελαίων. Το υπερφυσικό αυτό θέαμα προκάλεσε μεγάλο θαυμασμό και συγκίνηση σε όλους τους ευρισκόμενους στην Ιερουσαλήμ. Νέοι και γέροι, γυναίκες και παιδιά, όλοι μαζί, έτρεξαν στην εκκλησία και με πολλή χαρά και θερμή κατάνυξη ευχαρίστησαν και δόξασαν το Θεό, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, που αγίασε το ξύλο του σταυρού και κατέστησε το σημείο αυτού ισχυρότατο όπλο των αγωνιζόμενων χριστιανών κατά του διαβόλου.
2. Άγιος Κοδράτος και οι μαζί μ’ αυτόν μαρτυρήσαντες
Ο Άγιος Κοδράτος έζησε στα χρόνια των βασιλέων Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) και Ουαλεριανού (251 – 259 μ.Χ.) στη Νικομήδεια. Συνελήφθη σαν Χριστιανός, οδηγήθηκε στον ανθύπατο Περίνιο και όταν τον ανέκρινε, ο Κοδράτος, ομολόγησε με θάρρος ότι είναι χριστιανός. Τότε τον άπλωσαν κατά γης, τον μαστίγωσαν με μαστίγια από νεύρα βοδιών και αιμόφυρτο τον έριξαν στη φυλακή. Από τη Νικομήδεια, με προσταγή του ανθύπατου, μεταφέρθηκε στη Νίκαια, όπου δι’ αυτού πολλοί πίστεψαν στον Χριστό και θανατώθηκαν άλλοι με φωτιά και άλλοι με μαχαίρια. Εκεί αφού τον κρέμασαν, έγδαραν τις σάρκες του, τον μαστίγωσαν και τον έστειλαν στην Aπάμεια, όπου και εκεί υπέστη πολλά και ποικίλα μαρτύρια. Από εκεί ο ανθύπατος τον οδηγούσε δέσμιο στην Καισαρεία. Στο δρόμο, πολλές φορές προσπάθησε να πείσει τον Κοδράτο να προσφέρει θυσία στους θεούς, αλλά ο μάρτυρας παρέμεινε άκαμπτος στην πίστη του. Τότε κοντά στην Ερμούπολη, διέταξε να τον βάλουν επάνω σε πυρακτωμένη σχάρα και έπειτα τον αποκεφάλισαν. Γίνεται δε η σύναξη του κοντά στην Ξηροκίρκου.
3. Εύρεσις του Τιμίου Λειψάνου του Οσίου Νείλου του Νέου του Μυροβλήτη
Ο Όσιος Νείλος καταγόταν (σύμφωνα με την Ακολουθία του που εκδόθηκε το 1847 μ.Χ.) από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας και έζησε κατά το πρώτο ήμισυ του 17ου αιώνα μ.Χ. Από νεαρή ηλικία παρελήφθη από τον θείο του, ιερομόναχο Μακάριο, στην εκεί ιερά μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, την καλουμένη του Μαλεβή, όπου και αφού εκπαιδεύθηκε με θεοσέβεια, χειροτονήθηκε διάκονος. Ποθώντας όμως και οι δύο ακόμη πιο ασκητικό βίο, μετέβησαν στο Άγιον Όρος, όπου, αφού για λίγο χρόνο ασκήτεψαν στο σπήλαιο που είχε ασκητέψει ο Όσιος Πέτρος ο Αθωνίτης (12 Ιουνίου), στη συνέχεια μετέβησαν σε έρημη έκταση κοντά στη Λαύρα του Οσίου Αθανασίου, έκτισαν ναό τιμώμενο στο όνομα της Υπαπαντής και παρέμειναν εκεί ασκητεύοντας με αυστηρότητα. Αργότερα ο Όσιος Νείλος, για μεγαλύτερη άσκηση, κατέφυγε σε σπήλαιο που βρισκόταν σε πολύ απόκρημνο βράχο, όπου, αφού ανήγειρε μικρό ναό, παρέμεινε ασκούμενος και νυχθημερόν προσευχόμενος καθ’ όλο τον υπόλοιπο βίο αυτού. Ο Όσιος Νείλος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 12 Νοεμβρίου του 1651 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε πλησίον του σπηλαίου του. Μετά την οσία ταφή του, μύρο ευώδες ανέβλυσε από τον τάφο του, που παρείχε την ίαση σε όσους ασθενείς προσέφευγαν εκεί με πίστη. Αργότερα, λόγω εδαφικών μεταβολών, ο τάφος του Οσίου εξαφανίσθηκε και παρέμεινε άγνωστος για πολλά χρόνια. Το 1815 μ.Χ., ο Όσιος Νείλος παρουσιάσθηκε σε κάποιον μοναχό, που ονομαζόταν Αιχμάλωτος και αφού του προείπε πολλά μέλλοντα, στην συνέχεια τον πρόσταξε να καταστήσει βατή τον οδό προς το σπήλαιό του, για να μεταβαίνουν οι μοναχοί να προσκυνούν και να λειτουργούν το ναό που είχε ιδρύσει. Αμέσως ο μοναχός Αιχμάλωτος ανακοίνωσε στους υπόλοιπους πατέρες όσα προστάχθηκαν από τον Όσιο, αυτοί δε έσπευσαν με προθυμία όχι μόνο να διανοίξουν την οδό, αλλά και να οικοδομήσουν νέο ναό προς τιμήν του Οσίου. Κατά την εκσκαφή των θεμελίων του ναού, ανευρέθη ο τάφος του και τα σεπτά λείψανά του, τα οποία ανέδιδαν άρρητη ευωδία.
4. Άγιος Ακάκιος
5. Άγιοι Ρουφίνος και Σατορνίνος
6. Όσιος Ιωάννης ο Ψυχαΐτης
7. Άγιος Μάξιμος
8. Όσιος Ταράσιος ο θαυματουργός «ὁ ἐν Λυκαονίᾳ»
9. Μετάθεση των ιερών λειψάνων του Οσίου Ευθυμίου του Μεγάλου
10. Άγιος Ιουβενάλιος ο Μάρτυρας
11. Άγιος Φλάβιος ο Ιερομάρτυρας και των συν αυτώ Αγίων Μαρτύρων Αυγούστου και Αυγουστίνου των αυταδέλφων
12. Όσιος Ιωάννης και οι μαθητές αυτού
Ο Όσιος Ιωάννης καταγόταν από τη Συρία και έζησε περί τα τέλη του 5ου αιώνα μ.Χ. Σπούδασε την κατά κόσμο σοφία στην Αντιόχεια. Η πνευματική του πρόοδος συμβάδιζε με το πέρασμα του χρόνου. Σε νεαρή ηλικία ακολούθησε τον ασκητικό βίο και έγινε μοναχός. Η ταπείνωσή του ήταν τόσο βαθιά, ώστε θεωρούσε τον εαυτό του σκώληκα και όχι άνθρωπο. Ημέρα και νύχτα παρακαλούσε τον Θεό να τον ευλογεί, για να πολεμά τα πάθη της ψυχής και του σώματος. Ο Θεός άκουσε την προσευχή του και του χάρισε την απάθεια και το χάρισμα της θαυματουργίας. Η φήμη της αγιότητάς του άρχισε να απλώνεται σε όλη τη Συρία. Ο κόσμος που συνέρρεε στον Άγιο Γέροντα ήταν πολύς και αυτό διατάρασσε τη μοναχική του ησυχία. Γι’ αυτό φεύγει από τον τόπο που ασκήτευε και κρύβεται βαθιά στην έρημο. Ο Θεός, όμως, αλλιώς οικονόμησε τα πράγματα. Βλέπει, λοιπόν, ο Άγιος σε όνειρο την Παναγία, η οποία του έδωσε εντολή να επιλέξει δώδεκα μαθητές του και να μεταβούν στην Ιβηρία, για να εδραιώσουν την χριστιανική πίστη του λαού της. O Άγιος κάλεσε τους υποτακτικούς του και τους ανέφερε το γεγονός. Όλοι επιθυμούσαν να τον ακολουθήσουν. Τότε εκείνος έγραψε τα ονόματα όλως σε ξεχωριστά χαρτιά και τα έβαλε επάνω στην Αγία Τράπεζα. Όλοι τη νύχτα οι Πατέρες προσεύχονταν. Το πρωί, μετά την Θεία Λειτουργία, ο Όσιος τους είπε να υψώσουν τα χέρια τους στον ουρανό λέγοντας «Κύριε, ἐλέησον». Κατά την ώρα της προσευχής Άγγελος Κυρίου πήρε ενώπιον όλων δώδεκα χαρτιά από την Αγία Τράπεζα και τα έβαλε στα χέρια του Οσίου. Οι εκλεγέντες μαθητές ήταν οι Σίω, Δαβίδ, Αντώνιος, Θαδδαίος, Στέφανος, Ισήδωρος, Μιχαήλ, Πύρρος, Ζήνων, Ισέ, Ιωσήφ και Άβιβος. Στη συνέχεια εξέλεξε για ηγούμενο της σκήτης κάποιο μοναχό Ευθύμιο και ξεκίνησε με τους μαθητές του το ταξίδι. Άγγελος Κυρίου εμφανίσθηκε στον Επίσκοπο της πρωτεύουσας της Γεωργίας Ευλόγιο και του είπε για τον ερχομό του δούλου του Θεού Ιωάννου και των μαθητών του. Τότε ο μακάριος εκείνος Επίσκοπος ξεκίνησε συνοδευόμενος από τον κλήρο και τον λαό, για να τους υποδεχθεί. Ο Όσιος Ιωάννης έβαλε μετάνοια στον Επίσκοπο και πήρε την ευλογία του. Και τότε συνέβη το θαύμα που μοιάζει με εκείνο που έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής μετά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους. Ο Όσιος μιλούσε τη γεωργιανή γλώσσα. Ο Όσιος και οι μαθητές του κήρυξαν σε όλη την Γεωργία και προσκύνησαν όλους τους ευλογημένους τόπους από τους οποίους είχε περάσει η Αγία Νίνα (14 Ιανουαρίου). Μετά το πέρας του ιεραποστολικού τους έργου ζήτησαν από τον Θεό να τους υποδείξει μόνιμο τόπο ασκήσεως και διαμονής. Ο τόπος αυτός ήταν το όρος Ζάντεν. Ο Άγιος εγκαταστάθηκε σε ένα σπήλαιο και άρχισε να μιμείται την ισάγγελη πολιτεία του Ιωάννου του Βαπτιστού. Από εκεί πολλοί από τους μοναχούς, αφού στερεώθηκαν στην πίστη και στην ανδρεία, ξεκίνησαν να κηρύξουν τον Χριστό σε όλη την χώρα. Ο Όσιος είχε μαζί του και ιερά λείψανα Αγίων, τα οποία τους προσέφερε ως ευλογία, για να εμπνέονται από την μνήμη των Αγίων και να ακολουθούν το παράδειγμά τους. Εκείνος συνέχισε την άσκηση και το μονήρη ησυχαστικό βίο. Ακόμη και τα άγρια θηρία του όρους έκαναν υπακοή στον Όσιο. Έφθασε, όμως, ο καιρός για να αναπαυθεί στην αγκαλιά του Θεού. Ο Κύριος του αποκάλυψε την ώρα του θανάτου του. Κάλεσε τους μαθητές του, τους νουθέτησε πατρικά, τους ευλόγησε, μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και παρέδωσε το πνεύμα.
13. Όσιος Νείλος εκ Ρωσίας
14. Άγιος Αλέξιος Τοθ ο Υπερασπιστής της Ορθοδόξου Πίστεως στην Αμερική
Ο Άγιος Αλέξιος, ο Υπερασπιστής της Ορθοδόξου πίστεως, γεννήθηκε στην Αυστροουγγαρία στις 18 Μαρτίου του 1854 μ.Χ. από μία φτωχή οικογένεια Καρπαθορώσων. Όπως πολλές άλλες οικογένειες στην Αυστροουγγρική αυτοκρατορία, η οικογένεια του Αλεξίου Τοθ ήταν αρχικά συνδεδεμένη με τους Ουνίτες. Ο πατέρας και ο αδελφός του Αλεξίου ήταν «ιερείς» και ο θείος του ήταν «Επίσκοπος» των Ουνιτών. Έλαβε εξαιρετική μόρφωση και έμαθε πολλές γλώσσες (καρπαθορωσικά, ουγγρικά, ρωσικά, γερμανικά, λατινικά και ελληνικά μόνο για ανάγνωση). Νυμφεύθηκε τη Ροζαλί Μιχάλιτς, την θυγατέρα ενός «ιερέως» και χειροτονήθηκε «πρεσβύτερος» στις 18 Απριλίου 1878 μ.Χ. Η γυναίκα του πέθανε σύντομα και μετά από λίγο και το μονάκριβο παιδί του. Ο Αλέξιος άντεξε τις δοκιμασίες αυτές με την υπομονή του Ιώβ. Τον Μάιο του 1897 μ.Χ. ο Αλέξιος ανεδείχθη γραμματέας του Επισκόπου Πρέσωβ και υπεύθυνος του διοικητικού τομέα της Επισκοπής. Επίσης, του ανατέθηκε η διεύθυνση ενός ορφανοτροφείου. Στο σεμινάριο του Πρέσωβ ο Αλέξιος Τοθ δίδαξε εκκλησιαστική ιστορία και κανονικό δίκαιο, γνώσεις που τον βοήθησαν πάρα πολύ στην μετέπειτα ζωή του στην Αμερική. Τον Οκτώβριο του 1889 μ.Χ. ανέλαβε ιερατικά καθήκοντα σε μία ουνιτική ενορία στη Μινεάπολη της Μινεσότας. Όμως, μέσα από διάφορες εκκλησιαστικές περιπέτειες, αποφάσισε να απευθυνθεί στον Ρώσο Ορθόδοξο Επίσκοπο Βλαδίμηρο. Στις 25 Μαρτίου του 1891 μ.Χ., ο ιερέας Αλέξιος Τοθ και 3.614 ενορίτες του προσήλθαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την πίστη των προγόνων τους. Οι ενορίτες, θεωρώντας αυτό το γεγονός ως ένα νέο θρίαμβο της Ορθοδοξίας, αναφώνησαν με χαρά: «Δόξα Σοι, ο Θεός, για το μεγάλο Του έλεος». Το παράδειγμα του Αγίου Αλεξίου και της ενορίας του, που επέστρεψαν στην Ορθοδοξία, ήταν ενθαρρυντικό για εκατοντάδες άλλους Ουνίτες. Ο πατήρ Αλέξιος ήταν φως επί τη λυχνία και αποτελούσε φωτεινό παράδειγμα για τους πιστούς. Με το τολμηρό κήρυγμά του εξέθεσε την κακόπιστη διδασκαλία που είχε παραπλανήσει τους ανθρώπους, αλλά ήταν πολύ διακριτικός, για να μην καλλιεργήσει στο ποίμνιό του τη μισαλλοδοξία. Αναδείχθηκε κήρυκας της θεοσεβούς θεολογίας και του ορθού δόγματος και συνέγραψε αρκετά συγγράμματα για την ορθόδοξη πίστη και τον ορθόδοξο βίο. Ο ενάρετος ιερέας, για να ανταπεξέλθει στις βιοτικές ανάγκες, ήταν αναγκασμένος να εργάζεται σε ένα φούρνο. Αν και τα χρήματά του ήταν λίγα, δεν παράλειπε να δίνει ελεημοσύνη στους φτωχούς και τους ενδεείς. Μοιραζόταν τα χρήματα με άλλους κληρικούς που ήταν σε χειρότερη κατάσταση από αυτόν και συνέφερε στην ανοικοδόμηση εκκλησιών και στην εκπαίδευση των φοιτητών Θεολογίας. Δεν ήταν ανήσυχος σχετικά με την ζωή του, για το τι θα έτρωγε και τι θα ενδυόταν. Έχοντας εμπιστοσύνη στον Κύριο ακολουθούσε την προτροπή του Ευαγγελίου: «ζητεῖτε δὲ πρώτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμίν». Με αυτό τον τρόπο υπέφερε τη θλίψη, τη συκοφαντία και τις φυσικές επιθέσεις με υπομονή και πνευματική χαρά, υπενθυμίζοντάς μας ότι «παντὸς δυνατοτέρα ἐστὶν ἡ εὐσέβεια» και όπως και ο Ιωσίας «κατευθυνόταν ἐν ἐπιστροφῇ λαοῦ». Ο Άγιος Αλέξιος συνέβαλε στη δημιουργία και στην επιστροφή πολλών ουνιτικών κοινοτήτων στην Ορθοδοξία. Από το 1909 μ.Χ., την περίοδο της μακαρίας κοιμήσεώς του, χιλιάδες Καρπαθορώσοι και Γαλισιανοί Ουνίτες είχαν επιστρέψει στην Ορθοδοξία. Αυτό ήταν ένα σημαντικό γεγονός στην ιστορία της ιεραποστολής στην Αμερικής, το οποίο συνέβαλε καθοριστικά στην εκεί εδραίωση της Ορθοδοξίας. Το 1907 μ.Χ. ο Άγιος αρνήθηκε την υποψηφιότητά του για τον επισκοπικό βαθμό προτείνοντας κάποιον νεότερο για τη θέση αυτή. Ο Άγιος Αλέξιος κοιμήθηκε με ειρήνη την Παρασκευή 7 Μαΐου 1909 μ.Χ. Τα ιερά λείψανά του φυλάσσονται στη μονή του Αγίου Τύχωνος στη νότια Καναάν της Πενσυλβανίας.
15. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου εν Λιούμπεχ Ρωσίας
16. Σύναξη Υπεραγίας Θεοτόκου εν Ζίροβιτς Ρωσίας
17. Άγιος Κύριλλος ο μάρτυρας
