Ἀκύλα ἀποστόλου. Ἰούστου μάρτυρος, Ἰωσὴφ Θεσσαλονίκης, Νικοδήμου ὁσίου τοῦ Ἁγιορείτου (†1809).
1. Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ο σοφός διδάσκαλος της εκκλησίας
Ο Όσιος Νικόδημος γεννήθηκε στη Νάξο το έτος 1749 μ.Χ. από γονείς ευσεβείς και ενάρετους, τον Αντώνιο και Αναστασία Καλλιβούρση (η οποία εμόνασε στην Ιερά Μονή Χρυσοστόμου Νάξου, με το όνομα Αγάθη). Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Νικόλαος και από μικρός έδειχνε ότι ήταν άνθρωπος μεγάλης αρετής και φοβερής ευφυΐας. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη Νάξο και έπειτα στη σχολή της ίδιας πόλης επέκτεινε τις γνώσεις του, με δάσκαλο τον αδελφό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο. Κατόπιν 16 χρόνων πήγε στην Ελληνική σχολή της Σμύρνης, όπου κοντά σε φημισμένους διδασκάλους έλαβε ανώτερη παιδεία και αρετή. Μετά από ορισμένες περιπέτειες, το 1775 μ.Χ. πήγε στο Άγιον Όρος. Εκεί, στη Μονή του Άγιου Διονυσίου εκάρη μοναχός με το όνομα Νικόδημος. Οι Πατέρες της Μονής, που διέκριναν τα μεγάλα φυσικά και επίκτητα χαρίσματα του Νικόδημου, τον διόρισαν αναγνώστη και γραμματέα της Μονής. Στη Μονή αυτή ο Νικόδημος, υπήρξε υπόδειγμα διακονίας και πράξεων αρετής. Έπειτα αποσύρθηκε σε κάποιο κελί, όπου με ασκητικό τρόπο, επιδόθηκε στη μελέτη και συγγραφή πολλών οικοδομητικών, θεολογικών και αγιολογικών βιβλίων. Μεταξύ αυτών είναι ο «Συναξαριστής», το «Εορτοδρόμιον», η «Νέα Κλίμακα», ο «Αόρατος Πόλεμος» και άλλα πολλά. Τελικά μετά από διάφορες περιπέτειες, που υπέστη στη βραχύχρονη ζωή του, απεβίωσε από ημιπληγία, σε ηλικία 60 χρονών, τις πρώτες ορθρινές ώρες της 14ης Ιουλίου του έτους 1809 μ.Χ. στο κελλί των Σκουρταίων, στις Καρυές του Αγίου Όρους. Τα τελευταία του λόγια ήταν η απάντηση που έδωσε στους μαθητές του όταν τον ρώτησαν αν ησυχάζει: «Τον Χριστό έβαλα μέσα μου και πως να μη ησυχάσω;». Ενταφιάστηκε στο Λαυριωτικό Κελί των Σκουρταίων στις Καρυαίς του Άγιου Όρους, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο πνευματικό συγγραφικό έργο, που σήμερα αποτελεί κεφάλαιο για τον λαό της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Εκκλησία μας επάξια από το έτος 1955 μ.Χ. τον κατέταξε στο Αγιολόγιο της.
2. Άγιοι Ακύλας, Παύλος, Ηρωδίων οι Απόστολοι και Άγιος Σωσίων, πρώτος Επίσκοπος Λευκάδος
Ἥπλωσε Παῦλος, ὡς σαγήνην, τοὺς λόγους,
Ἤγρευσε δ’ ὡς θήραμα θεῖον Ἀκύλαν.
Ἀκύλαν δεκάτῃ γε τετάρτῃ τύμβος ἔκρυψεν.
Για τον Άγιο Ακύλα, βλέπε βιογραφικό του σημείωμα την 13η Φεβρουαρίου, όπου συνεορτάζει με τη γυναίκα του Πρισκίλλα. Την ίδια ημέρα συνεορτάζονται από την τοπική Εκκλησία της Λευκάδος οι Άγιοι Απόστολοι Παύλος και Ηρωδίων και ο Άγιος Σωσίων, πρώτος Επίσκοπος Λευκάδος.
3. Άγιος Ιούστος
Ο Άγιος Ιούστος ήταν Ρωμαίος στην καταγωγή και στρατιωτικός στο επάγγελμα και διακρινόταν για τη γενναιότητά του. Σε πολλές μάχες έδειξε σπάνια ανδρεία, γι’ αυτό και οι ανώτεροι του τον τιμούσαν Ιδιαίτερα. Μάλιστα, μετά από κάθε πόλεμο τον προβίβαζαν και σε κάποιο ανώτερο στρατιωτικό αξίωμα. Σε κάποια όμως εκστρατεία κατά των βαρβάρων, το στράτευμα βρέθηκε σε μεγάλο κίνδυνο και τότε η αυτοθυσία των χριστιανών στρατιωτών το έσωσε. Ο Ιούστος, με αφορμή το περιστατικό αυτό, θαύμασε τη διαγωγή των χριστιανών και θέλησε να γίνει και ό ίδιος χριστιανός. Εκείνοι του απάντησαν ότι μόνο με την πίστη στο Χριστό μπορεί να γίνει αυτό και τον ενημέρωσαν σχετικά με το Ευαγγέλιο. Ο Ιούστος, όταν άκουσε αυτά, βρέθηκε σε δίλημμα. Διότι αντιδρούσε μέσα του η παλαιά θρησκεία των ειδώλων. Αλλά κάποια νύχτα που κοίταζε τον έναστρο ουρανό συλλογιζόμενος, παρατήρησε φωτεινό σταυρό, γύρω από τον οποίο έλαμπε η λέξη «ἀκολούθει». Πράγματι, ο Ιούστος σ’ αυτό το κάλεσμα του Χριστού ανταποκρίθηκε αμέσως χωρίς δισταγμούς. Δε λογάριασε ούτε δόξες, ούτε τιμές, ούτε στρατιωτική καριέρα, ούτε απολαύσεις. Αλλά «καταλιπῶν ἅπαντα ἀναστᾶς ἠκολούθησεν αὔτω» (Λουκά, ε’ 28). Αφού, δηλαδή, άφησε τα πάντα, βαπτίσθηκε και ακολούθησε το Χριστό. Όταν όμως έμαθε το γεγονός ο Τριβούνος Κλαύδιος, τον βασάνισε με πυρωμένα σίδερα. Κατόπιν τον έριξε στη φωτιά, όπου θριαμβευτικά παρέδωσε στο Θεό την ψυχή του.
4. Όσιος Ονήσιμος ο θαυματουργός
Ο Όσιος Ονήσιμος – εδώ δεν πρόκειται για τον απόστολο Ονήσιμο, τον μαθητή του Απόστολου Παύλου – έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Καταγόταν από την κωμόπολη Καρύνη της Καισαρείας στην Παλαιστίνη, και ανατράφηκε από ευσεβείς γονείς. Από νωρίς διακρίθηκε για το θείο ζήλο του, τη μελέτη των αγίων Γραφών και την ευσπλαχνία του προς τους πάσχοντες. Αργότερα πήγε στην Έφεσο, όπου έγινε μοναχός. Μετά τον επί Διοκλητιανού διωγμό, οι μοναχοί της μονής όπου ήταν ο Ονήσιμος διασκορπίστηκαν και ο ίδιος γύρισε στην πατρίδα του. Οι γονείς του χάρηκαν πολύ για την επάνοδο του, αλλά και λυπήθηκαν συγχρόνως. Διότι είχαν τυφλωθεί και δεν μπορούσαν να δουν την όψη του αγαπημένου τους παιδιού. Χάρη όμως της θερμής προσευχής του Ονησίμου, ένα πρωί ο Θεός χάρισε στους δύο γονείς το φως τους και όλοι μαζί δοξολόγησαν τον Ευεργέτη τους. Κατόπιν ο Ονήσιμος πήγε στη Μαγνησία, όπου ίδρυσε μοναχική αδελφότητα. Εκεί αγωνιζόμενος για την πίστη του Χριστού, πέθανε σε βαθιά γεράματα.
5. Άγιος Ιωσήφ ο Ομολογητής, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και αδελφός του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου
Ο Άγιος Ιωσήφ έζησε στα χρόνια του βασιλιά Λέοντα Ε’ του εικονομάχου (813 – 820 μ.Χ.) και ήταν γιος γονέων ευσεβών του Φωτεινού και της Θεοκτίστης, αδελφός του δε ήταν ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Λόγω της αξιέπαινης ζωής του, εκλέχτηκε Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Αφού αρχιεράτευσε για αρκετό χρονικό διάστημα, επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη με βασιλική προσταγή. Παρουσιάστηκε στο βασιλιά και με θάρρος ομολόγησε πως σέβεται και τίμα τις άγιες εικόνες. Τότε, μετά από διάφορες κακοπάθειες και φυλακίσεις, εξορίστηκε σε κάποιο νησί. Κατόπιν ο δυσεβής βασιλιάς Θεόφιλος, έκανε να δοκιμάσει ο Ιωσήφ σκληρότερες κακοπάθειες και σκοτεινότερες φυλακές. Έτσι μέσα στην πείνα και τη δίψα, και τις διάφορες θλίψεις, έφυγε για την αιώνια ζωή το 832 μ.Χ.
6. Άγιοι Ακύλας και Ιλάριος
Οι Άγιοι Ακύλας και Ιλάριος μαρτύρησαν δια λιθοβολισμού.
7. Όσιος Αρσένιος ο Αγιοφαραγγίτης
Ο Όσιος Αρσένιος, μύησε τον Όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη στην νηπτική εσωτερική εργασία της εμπειρικής νοεράς προσευχής, όπως πληροφορούμαστε από δημοσιευμένα ελληνικά και σλαβικά χειρόγραφα. Μετά από συναναστροφή του Οσίου Γρηγορίου με τον Όσιο Αρσένιο, «…τόν θεῖον ἐκεῖνον ἄνδρα…» μεταξύ άλλων πληροφορούμαστε ότι ο Όσιος Αρσένιος τον δίδαξε «…περί τέ φυλακῆς νοός, περί νήψεως εἰλικρινοῦς καί καθαρᾶς προσευχῆς, ὅπως διά τῆς τῶν ἐντολῶν ἐργασίας ὁ νοῦς καθαίρεται καντεῦθεν ὁ οὕτω θεοφιλῶς μεριμνῶν καί μελετῶν ἄνθρωπος ἐλλαμπόμενος ὅλος φωτοειδής γίνεται…». Η νοερά προσευχή από τον Όσιο Αρσένιο διά του Οσίου Γρηγορίου, μεταφέρθηκε στο Άγιο Όρος.
8. Άγιος Πέτρος επίσκοπος Γορτύνης ο νέος Ιερομάρτυς
Aπροσκόπτως βαίνοντα τον θείον Πέτρον,
Eζημίωσαν των ποδών αφαιρέσει.
Ο Άγιος Πέτρος επίσκοπος Γορτύνης ο νέος Ιερομάρτυς έζησε στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνος, κατά τους επί Διοκλητιανού τελευταίους μεγάλους διωγμούς. Θα πρέπει να ήταν διάδοχος του Αγίου Κυρίλλου του Ιερομάρτυρα και προκάτοχος του Παύλου, δηλαδή από το 304 – 311/12 μ.Χ., που τελειώνουν οι διωγμοί, διότι το 312 μ.Χ., είναι ήδη Επίσκοπος Γορτύνης ο Παύλος. Μαρτύρησε «τοὺς πόδας ἐκκοπείς». Άλλα στοιχεία για το βίο του δεν υπάρχουν και η ανέκδοτη Ακολουθία του δεν παρέχει καμία άλλη μαρτυρία. Πολλά γράφτηκαν για την προσωνυμία του «Νέος Ἱερομάρτυς» που προκάλεσαν σύγχυση ως αστήρικτα. Κατά την άποψη του Πανοσιολ. Αρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδάκη, Πρωτοσυγκέλου της Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας, η προσωνυμία αυτή την οποία η Εκκλησιαστική Παράδοση πέρασε σε όλα τα Μηνολόγια, τους Συναξαριστές και τα Μηναία, οφείλεται στο γεγονός ότι, Ιερομάρτυρας ο ίδιος και διάδοχος του επίσης Ιερομάρτυρα Κυρίλλου, Επίσκοποι και οι δύο της αυτής Επισκοπής Γορτύνης (Αρχιεπισκοπής) έπρεπε να διακρίνονται. Ακολουθίες του Αγίου πλήρεις υπάρχουν και ο πρώτος Ναός του κτίσθηκε με πρόταση του Πανοσιολ. Αρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδάκη, Πρωτοσυγκέλου της Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας στην Ενορία Παρανύμφων της Ιεράς Μητρόπολης Γορτύνης και Αρκαδίας στα τέλη της δεκαετίας 1990 μ.Χ. και εγκαινιάσθηκε από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Κύριλλο Κυπριωτάκη.
9. Άγιος Ηράκλειος
Ο Άγιος Ηράκλειος μαρτύρησε, αφού τον χτύπησαν και τον θανάτωσαν με ρόπαλα.
10. Όσιος Στέφανος ηγούμενος της Μονής Μάχριστσκ
11. Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων της Αγίας Γλυκερίας του Νόβγκοροντ
Το αδιάφθορο Λείψανό της Αγίας βρέθηκε το 1572 μ.Χ., κοντά τον Ναό των Αγίων Φλώρου και Λαύρου, επί αρχιερατείας Αρχιεπισκόπου Λεωνίδα, ο οποίος το κατέθεσε σ’ αυτό τον Ναό. Μετά την Επανάσταση του 1917 μ.Χ., δεν υπάρχουν πληροφορίες για την τύχη του Λειψάνου της.
